Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

PETRARCH, PALESTRINA, ARCADELT




Laura de Noves, Laurentian Library, Florence


Επιμέλεια: De Profundis Ya

Ένα από τα 300 και !!!!!!!! ποιήματα (σονέτα και ωδές) που έγραψε ο Πετράρχης (1304-1374) για την αγαπημένη του προβηγκιανή Madonna Laura..

Chiare, fresche e dolci acque
Νερά καθάρια και γλυκά,
που στη λαμπρή σας δίνη
τα εξαίσια μέλη εδρόσιζεν
η Δέσποινά μου Εκείνη,
Αβρό κλαδί, που αρέσκονταν
(στενάζω στ΄όνειρό της)
να βάζει γι΄αντιστήριγμα στο τρυφερό πλευρό της.
Χλόη και λουλούδι που άγγιξε
τ΄ανάερο φόρεμά της,
με τον αγνό του στήθους της καρπό,
αέρα ιερέ και τρυφερέ,
όπου ο Έρωτας με πλήγωσε με τ΄ώριο ανάβλεμμά της,
ακούστε τα λυπητερά τα λόγια που θα ειπώ.
Αν είν' αλήθεια η μοίρα μου
(κι΄ο Ουρανός θελήσει"
τα μάτια ετούτα ο Έρωτας
στο δάκρυ να μου κλείσει,
μια χάρη τ' άθλιο σώμα μου
ζητά: σ΄εσάς ν΄αράξει,
κι' από΄δωδά η ψυχούλα μου στα ουράνια να πετάξει.
Έτσι, κι ο μαύρος θάνατος
θάναι αλαφρός ακόμα.
Η κουρασμένη μου, άμοιρη ψυχή,
δε θάβρισκε ησυχώτερο
λιμάνι ή τάφου χώμα,
από τη μάταιη σάρκα της να λυτρωθεί η φτωχή.
Όμως, θε νάρθει ίσως καιρός,
που την παλιά φωλιά της θα λαχταρήσει η πέρδικα,
με τη γλυκειά θωριά της.
Κι' εκεί που αυτή μ΄αντίκρυσε,
την άγια εκείνην ώρα,
θα στρέψει αβρά το πρόσωπο, ζητώντας με και τώρα.
Μα ώ φρίκη! άμα του τάφου μου
τις πέτρες αντικρύσει,
θ΄αναστενάξει από έρωτα τόσο μαγευτικά,
που τη συμπάθεια τ' Ουρανού
με μιάς να μου κερδίσει,
τα μάτια με το πέπλο της σφουγγίζοντας γλυκά.
Άνθη απ' τους κλώνους έβρεχαν
(Ώ τι γλυκό στη μνήμη!)
και γλύστραγαν στην κνήμη.
Κι' εκείνη, όλο ταπείνωση
στη δόξα της καθόταν,
ενώ η ερωτοθύελλα τριγύρω της μαινόταν.
Κι΄άλλο από τ' άνθη επλάγιαζεν
επάνω στην ποδιά της,
άλλο, με πέρλες μοιάζοντας, στην κόμη την ξανθή.
άλλο στο ρέμα, άλλο στη γή,
κι άλλο, στριφογυρίζοντας πάνω απ' την ομορφιά της,
ήταν σα νάλεε: Ο Έρωτας θρόνιασε εδώ και ανθεί.
Πόσες φορές δε σκέφτηκα,
με φόβο τρισμεγάλο:
Ετούτη στον Παράδεισο
εγεννήθη, δίχως άλλο.
Γιατί σε τέτοιαν έκσταση
μ΄είχε το θείο κορμί της,
το πρόσωπο, το γέλιο της κι΄η ασύγκρτη φωνή της!
Και τόσο απ' την αληθινή
ξεμάκραινα μορφή της,
πώλεγα μ' αναστέναγμα πνιχτό:
Πώς ήρθα εδώ; Και πότε αυτό;
νομίζοντας πως βρίσκομαι σε ουράνια κατοικία.
Κι' αλλού από τότες πουθενά δε βρίσκω πια ησυχία.
Κι' εσύ, φτωχό τραγούδι μου,
αν είχες τα στολίδια,
που πρέπουν στην αγνότη σου
και στη λαχτάρα σου ίδια,
το δάσος που γεννήθηκες θα 'δύνοσουν ν' αφήσεις,
και, μες στον κόσμο, θαρρετά να πάς να συργιανίσεις.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΟΥΛΗΣ ΑΛΕΠΗΣ

Το ποίημα του Πετράρχη μελοποιημένο από τους Palestrina & Arcadelt

























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου