Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΑΤΩ ΨΑΛΤΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΑΤΩ ΨΑΛΤΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

“ΕΡΑΤΩ ΨΑΛΤΡΙΑ”. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΥΡΙΚΟΙ 3


Στην Ελλάδα, για τους γνωστούς ιστορικούς λόγους, η λαϊκή αποδοχή της όπερας πραγματοποιήθηκε καθυστερημένα, η παρακμή ωστόσο συγχρονίστηκε με την ευρωπαϊκή. Ο θίασος του Ελληνικού Μελοδράματος, με ηγέτη τον Διονύσιο Λαυράγκα, ελληνόγλωσσος και ποιοτικός, πέτυχε στις δεκαετίες 1900-1920 ευρύτατη λαϊκή προσέγγιση, αλλά φυσικά, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στα σημεία των καιρών. Το 1938 ο ευφυέστατος Κωστής Μπαστιάς είχε αποκρυπτογραφήσει το «μήνυμα» και αγωνίστηκε όχι μόνο για τη δημιουργία Κρατικής Λυρικής Σκηνής, αλλά Λυρικής Σκηνής συγκεκριμένων στόχων. Οι στόχοι ένα τρίπτυχο: διεύρυνση και εκσυγχρονισμός ρεπερτορίου, αλλαγή καλλιτεχνικής προσέγγισης, θίασος πειθαρχικών πρωταγωνιστών (όχι ανένταχτων αστέρων). Επιχειρώντας να υλοποιήσει το δόγμα του, πρώτον, προσέλαβε ως φορείς της νέας νοοτροπίας, τον μαέστρο Βάλτερ Πφέφερ, τον σκηνοθέτη Ρενάτο Μόρντο και τον χορογράφο Σάσα Μάχωφ. Δεύτερον, αγνόησε τους δημοφιλείς πρωταγωνιστές του Ελληνικού Μελοδράματος και σχημάτισε ένα νεανικό θίασο από αριστούχους των ωδείων. Τρίτον, προσάρμοσε το ρεπερτόριο, τόσο για να διευκολύνει τον άπειρο θίασό του, όσο και για να αντλήσει από την πείρα των ηθοποιών του Εθνικού Θεάτρου, επιλέγοντας (αρχικά πιστεύω) οπερέτες ή ολιγοπρόσωπες όπερες (όπως η Μπατερφλάι).
Ο Μπαστιάς κατηγορήθηκε για αναλγησία απέναντι στους παλιούς πρωταγωνιστές του Ελληνικού Μελοδράματος, ακόμα και για επιλογές με πολιτικά κριτήρια. Το πρώτο, μέχρις ενός σημείου, είναι αλήθεια, καθώς ακόμα και αν δεν ήθελε να τους χρησιμοποιήσει, θα μπορούσε να εκφράσει την κρατική ευγνωμοσύνη για την προσφορά τους, με κάποια σύνταξη ή αργομισθία. Μια θέση, τέλος, στο Διοικητικό Συμβούλιο και ένα παράσημο, ασφαλώς θα ταίριαζαν στον γέροντα Διονύσιο Λαυράγκα. Διστάζω, ωστόσο, να χρεώσω την απόρριψη του μεγάλου βαρύτονου Γιάννη Αγγελόπουλου σε πολιτική προκατάληψη. Είναι γνωστό, ότι ο Μπαστιάς προστάτεψε τον Αιμίλιο Βεάκη (ομοϊδεάτη του Αγγελόπουλου) επιθετικά και αποτελεσματικά.
Η πρεμιέρα της Λυρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου με τη Νυχτερίδα του Γιόχαν Στράους (5 Μαρτίου 1940) υπήρξε θρίαμβος και σηματοδότησε μια νέα εποχή για την ελληνική λυρική τέχνη. Η νέα εποχή μετέθετε το κέντρο βάρους από την προσωπολατρία των πρωταγωνιστών στην κατά πλάτος και βάθος προσέγγιση ενός πολυσύνθετου έργου τέχνης.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής, ο Κωστής Μπαστιάς απομακρύνεται (Μάιος 1941), αλλά η Λυρική Σκηνή εξακολουθεί τις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες στο Εθνικό Θέατρο και στο κηποθέατρο της πλατείας Κλαυθμώνος (το καλοκαίρι), ενώ το τμήμα της οπερέτας δραστηριοποιείται στο Θέατρο Παρκ της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Από το 1943 ο θίασος εγκαθίσταται στο πρώτο Θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας, ενώ το 1944 αποκόπτεται από το Εθνικό Θέατρο και λειτουργεί αυτοτελώς, ως Εθνική Λυρική Σκηνή, με πρώτο γενικό διευθυντή τον Μανώλη Καλομοίρη.

Περίοδος ακμής
Σε γενικές γραμμές, οι διάδοχοι του Μπαστιά συνέχισαν το δόγμα του, αναθεωρώντας, ωστόσο, την ιδέα της παρθενογέννησης του θιάσου. Σταδιακά, το καλλιτεχνικό δυναμικό ενισχύθηκε τόσο από τον χώρο του Ελληνικού Μελοδράματος (ο τενόρος Πέτρος Επιτροπάκης, η σοπράνο1 Φραντσέσκα Νικήτα, οι βαρύτονοι Τίτος Ξηρέλλης και Τάκης Τουμπρής, ο βαθύφωνος Γεώργιος Μουλάς) όσο και από τον χώρο των επαναπατρισθέντων λόγω του πολέμου (οι τενόροι Αντώνιος Δελένδας και Λάμπρος Μαυράκης, η σοπράνο Μιρέιγ Φλερύ, ο βαρύτονος Ευάγγελος Μαγκλιβέρας). Οι άξιοι και έμπειροι αυτοί πρωταγωνιστές πλαισίωσαν αποτελεσματικά τα νέα αστέρια του θιάσου Μπαστιά: τις πριμαντόνες Μαίρη Καλογεροπούλου (Μαρία Κάλλας), Ζωή Βλαχοπούλου, Ζωζώ Ρεμούνδου, τη μέτζο-σοπράνο Κίτσα Δαμασιώτη, τον τενόρο Μιχάλη Κορώνη, τον βαρύτονο Ευάγγελο Βασιλάκη, τον μπάσο Πέτρο Χοϊδά.
Κατά την δεκαετία 1940-1950, πάντα στο πλαίσιο του δόγματος Μπαστιά, συνεχίζονται οι προσπάθειες ποιοτικής αναβάθμισης, αλλά και διεύρυνσης του ρεπερτορίου. Στυλοβάτες είναι οι νέοι μαέστροι Αντίοχος Ευαγγελάτος, Λεωνίδας Ζώρας και ο βετεράνος του Ελληνικού Μελοδράματος, Τότης Καραλίβανος. Το ρεπερτόριο ξεπερνάει το φράγμα των ιταλικών επιτυχιών και ξανοίγεται στον Μότσαρτ και στη γαλλική σχολή, ενώ το 1944 πρωτοδιδάσκεται στο Ηρώδειο ο Φιντέλιο του Μπετόβεν. Πρόκειται για παράσταση σταθμό, με θριαμβεύτρια την Μαίρη Καλογεροπούλου.
Ο θίασος συνδυάζει πια τον αρχικό ενθουσιασμό με αυτοπεποίθηση και ωριμότητα, ενώ σταδιακά ξεχωρίζουν έξι βασικοί πρωταγωνιστές. Είναι κατ' αρχάς ο τενόρος Αντώνιος Δελένδας, ένας καλλιτέχνης με έντονη προσωπικότητα, άφθαστη μουσικότητα και αντοχή. Κοντά του, ο πληθωρικός βαρύτονος Ευάγγελος Μαγκλιβέρας, χαϊδεμένος της γαλαρίας και άριστος ηθοποιός. Το ωραίο φύλο εκπροσωπείται από τις πριμαντόνες Μιρέιγ Φλερύ, Ζωή Βλαχοπούλου, aννα Ρεμούνδου και την εξαίρετη μέτζο-σοπράνο Κίτσα Δαμασιώτη. Η Μαίρη Καλογεροπούλου φεύγει στη Νέα Υόρκη το 1945 για να μεταμορφωθεί, το 1947, στην ένδοξη Μαρία Κάλλας. Σημαντική είναι και η προσφορά της σοπράνο Φανής Αϊδαλή, των βαρυτόνων Ευστρατίου και Τσουμπρή, των τενόρων Μαυράκη, Καλαϊτζάκη, Καζαντζή και του μπάσου Μουλά.
Παράλληλα, ο θίασος δραστηριοποιείται στον χώρο της οπερέτας: της βιενέζικης υπό τον Βάλτερ Πφέφερ, της ελληνικής υπό τον Τότη Καραλίβανο. Αναδεικνύονται η Ανθή Ζαχαράτου και η Λέλα Ζωγράφου, δύο λαμπρές «σταρ». Πρώην τενόροι της όπερας, ο Πέτρος Επιτροπάκης και ο Λύσσανδρος Ιωαννίδης τις πλαισιώνουν με ωραίες φωνές και σκηνική άνεση. Είναι μια περίοδος ακμής, με παρονομαστή μιαν αναμφισβήτητη ενότητα λυρικής έκφρασης. Πρόκειται για τον καρπό διαδικασίας μισού περίπου αιώνα, με ρίζες στην αθηναϊκή καντάδα και στην ελληνική οπερέτα. Πράγματι, οι πρώτοι μεγάλοι λυρικοί τραγουδιστές ξεπήδησαν από τον χώρο της καντάδας (Αποστόλου, Βακαρέλλης, Βλαχόπουλος κλπ) εισφέροντας έναν δυσπερίγραπτο αυθορμητισμό λαϊκής έκφρασης. Η έκφραση αυτή διατηρήθηκε ακόμα και από εκείνους που αργότερα σταδιοδρόμησαν στο εξωτερικό (Αγγελόπουλος, Επιτροπάκης, Μυλωνάς, Ξηρέλλης κ.λπ.). Οι ίδιοι τραγουδιστές έγιναν τα καλλιτεχνικά πρότυπα των επερχόμενων, αλλά και οι καθηγητές τους, στα ωδεία. Τα πράγματα δεν άλλαξαν με την έλευση της Ελβίρας ντε Ιντάλγκο που, αφού συνεργάστηκε με το Ελληνικό Μελόδραμα, δίδαξε στο Ωδείο Αθηνών. Το ισπανικό ταμπεραμέντο της την έφερνε πολύ πιο κοντά στην ανένταχτη ελληνική έκφραση, παρά στη μανιέρα και τη μαζική παραγωγή των ιταλικών ωδείων. Η ντε Ιντάλγκο δεν διέσπασε το αττικό λυρικό κλίμα αλλά εγκλιματίστηκε, εισφέροντας την πολύτιμη τεχνική της, μαζί με την αυτοπεποίθηση που ενέπνεε η έντονη προσωπικότητα και η ένδοξη καριέρα της.
Διεθνή ανοίγματα
Οι αντίξοες συνθήκες της δεκαετίας 1940-1950 (πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος) ευνόησαν την αττική λυρική εσωστρέφεια. Αντιθέτως, η δεκαετία 1950-1960 θα είναι μεταβατική. Οι δίσκοι μακράς διαρκείας (LP), το ραδιόφωνο, οι εύκολες σπουδές στο εξωτερικό, ακόμα και το Φεστιβάλ Αθηνών, άνοιξαν τις κερκόπορτες. Στα ωδεία, δίδασκαν πια καθηγητές με ευρωπαϊκή κουλτούρα, ενώ η Αθήνα γινόταν μεγαλούπολη.
Στη δεκαετία 1950-1960 ο θίασος ανανεώνεται, αναδεικνύει αστέρες διεθνούς προβολής και εγκαινιάζει μετακλήσεις από το εξωτερικό. Ο θάνατος του Ευάγγελου Μαγκλιβέρα, η αποχώρηση του Γεωργίου Μουλά, της Φραντζέσκας Νικήτα, του Λάμπρου Μαυράκη και η δεύτερη, διεθνής καριέρα της Μιρέιγ Φλερύ, εξισορροπούνται από λαμπρούς νέους καλλιτέχνες (ενδεικτικά: ο τενόρος Μιχάλης Χελιώτης, η μέτζο-σοπράνο Κική Μορφονιού) και από την ανάδειξη του μπάσου Πέτρου Χοϊδά. Ο τενόρος Λουδοβίκος Κουρουσόπουλος δείχνει ότι μπορεί να επωμισθεί το γενικό ρεπερτόριο του απερχόμενου Αντωνίου Δελένδα. Κάποια νέα ταλέντα αποχωρούν για να κατακτήσουν διεθνή φήμη (οι σοπράνο Μαρία Κερεστεντζή και Ρένα Γαρυφαλλάκη) ή τη διασημότητα (ο βαθύφωνος Νίκος Ζαχαρίου, ο βαρύτονος Κώστας Πασχάλης). Το ενδιαφέρον ανανεώνεται με μετακλήσεις και Ελλήνων λυρικών καλλιτεχνών. Ανάμεσά τους: ο μπάσος Νίκος Μοσχονάς και η μέτζο-σοπράνο Ελένη Νικολαΐδη από τη Νέα Υόρκη, οι τενόροι Ζαννής Καμπάνης και Γιώργος Κοκκολιός από την Ιταλία.
Το 1959 αναλαμβάνει εκ νέου τη γενική διεύθυνση της ΕΛΣ ο Κωστής Μπαστιάς, που σφραγίζει την εικοσαετία του δημιουργήματός του, με μια νέα περίοδο υψηλών στόχων και φρονήματος (με αποκορύφωση τις εμφανίσεις της Μαρίας Κάλλας στην Επίδαυρο). Τον «χρυσό αιώνα» Μπαστιά (1959-1964) ακολουθεί μια ικανοποιητική πορεία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μέχρι σήμερα, με φυσιολογικές καθιζήσεις και ανατάσεις και με διεθνίζοντα χαρακτηριστικά (κατάργηση της ελληνικής γλώσσας, υπέρτιτλοι, κατάχρηση μετακλήσεων, ελάττωση μόνιμων στελεχών). Δεν μπορούμε σήμερα να μιλάμε για ντόπια λυρική έκφραση και για λαϊκή προσέγγιση, αλλά για ποιοτική προσέγγιση και για κοινό ειδημόνων. Απόλυτη δικαίωση post mortem, του Κωστή Μπαστιά και του δόγματός του. Ευτυχώς ή δυστυχώς. ..

Ας δουμε μερικούς ακόμη πρωταγωνιστές αυτής της χρυσής εποχής.


* Ιωάννης Αποστόλου. 
Γεννήθηκε το 1860 ή 1863 στην Αθήνα. Τραγούδαγε από παιδί στη βασιλική χορωδία του Παλατιού, και σπούδασε στο Ωδείο της Αθήνας. Εργάστηκε αρχικά ως γραφέας στο Δικαστήριο της Αθήνας και στο Εθνικό τυπογραφείο, ενώ τραγουδούσε στους δρόμους της Αθήνας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1880 έγινε μέλος διαφόρων χορωδιών, μεταξύ άλλων και στη μουσική σχολή του Napoleon Lambelet, και υπό την διεύθυνση του τραγούδησε το 1888 στην όπερα του Ξύνδα ο Υποψήφιος βουλευτής που ανέβηκε από τον θίασο του Καζακουζηνού και ο Αποστόλου είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Στην παράσταση έπαιξε μαζί με τους Πετροζίνη, Μωραιτήνη και τη Θεανοπούλου. Το μελόδραμα αυτό ήταν η πρώτη παράσταση μελοδράματος στην Ελλάδα. Μετά την παράσταση αυτή ταξίδεψε στο Μιλάνο για να σπουδάσει και εκεί ολοκλήρωσε μαθήματα τενόρου. Αργότερα συνεργάστηκε με τον Σοτζόκιν δίνοντας την πρώτη του παράσταση στη Βενετία το 1890. Από τότε ανέβασε πολλές παραστάσεις κάνοντας το όνομα του διεθνώς γνωστό.Σύμφωνα με τον Ελληνικό τύπο της εποχής συγκαταλεγόταν στην πρώτη θέση των λυρικών καλλιτεχνών της Ιταλίας και ήταν περιζήτητος με παγκόσμια φήμη. Μάλιστα τον κάλεσε στην αυλή του και ο Ιταλός βασιλιάς Ουβέρτο για να τραγουδήσει για αυτόν. Τραγούδησε δύο περιόδους στην Σκάλα του Μιλάνου, στο Τορίνο, Νάπολι, Αθήνα, Πάτρα, Κάιρο, Αλεξάνδρεια και στην Οδησσό. Μερικά από τα γνωστά έργα που έπαιξε ήταν οι Μέδικοι, Τραβιάτα, Τόσκα, Βέρθερο και Μανόν. Στη Νάπολη συνεργάστηκε με τον Έλληνα τενόρο Χατζηλουκά που έκανε καριέρα στην Ιταλία.Πέθανε τον Οκτώβριο του 1904 στην Νάπολη της Ιταλίας, προετοιμαζόμενος για τη νέα του παράσταση, από ανακοπή καρδιάς. Ο Τύπος της εποχής αναφέρει ότι αιτία γι' αυτό ήταν η άτακτη ζωή που έκανε και οι καταχρήσεις.


 * Κωνσταντίνος Νικολάου (1870 - 1939).
Έλληνας βαθύφωνος του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1870. Σπούδασε στο Ωδείο της Αθήνας και πήγε στο Παρίσι, όπου αναδείχτηκε η σπάνια ποιότητα της φωνής του.Απεβίωσε στην Αθήνα το 1939.

"ΕΡΑΤΩ ΨΑΛΤΡΙΑ”. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΥΡΙΚΟΙ 12


Επιμέλεια: Marina Papachroni

* Ζερβάνος Γιώργος- τενόρος (από Σταύρο Αναστασόπουλο)
(Κως Δωδεκανήσου 1930 – Αθήνα 2006) Τενόρος Lyrico - Spinto
1957 Δίπλωμα μονωδίας – μελοδράματος Εθνικού Ωδείου με πρώτο βραβείο και αριστείο παμψηφεί (τάξη Κικής Βλάχου).
1957 Έκτακτος χορωδός Ε.Λ.Σ..
1958 Μόνιμος χορωδός Ε.Λ.Σ..
1961-1969 Η απαρχή ενός μεγάλου κύκλου ανωτέρων σπουδών σε διεθνούς φήμης μουσικά ιδρύματα της Ιταλίας και της Γερμανίας και παράλληλα συνεχών βραβεύσεων αλλά και εμφανίσεων σε λυρικά θέατρα του εξωτερικού.
1961 Υποτροφία Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.) για ανώτερες σπουδές στην Ιταλία.
1961 Υποτροφία στην Ιταλία του Υπουργείου Πολιτισμού και Εξωτερικών Σχέσεων της Ρώμης.
1962-1965 Σπουδές στην ακαδημία Chigiana στη Siena με τη διάσημη soprano Gina Cigna.
Σπουδές στην Ακαδημία G. Verdi του Μιλάνου με τον μαέστρο E. Campogalliani, διευθυντή της σχολής τελειοποίησης μελοδράματος της Ακαδημίας και διευθυντή της Σχολής της Scala του Μιλάνου.
Δίπλωμα καθηγητή τραγουδιού από την Ακαδημία G.Verdi.
Σπουδές με τη διακεκριμένη soprano Lia Guarrini.
Συνεργασίες και μελέτη ρεπερτορίου με τους εξέχοντες μαέστρους: C. Abbado, G. Barrachi, M. Castagnino, R. Stegani, N. Narducci,A. Gedda και N. Provera.
Βραβεία, τιμητικά διπλώματα και μετάλλια σε διεθνείς διαγωνισμούς της Ιταλίας όπως Sienna, Verona Lonigo, Fano, Parma, Vercelli, Busseto, San Vincent κ.α..
1965 Βραβείο διεθνούς διαγωνισμού Ακαδημίας Μονάχου και Βαυαρική Υποτροφία στην Ακαδημία του Μονάχου (Hochschule für Musik München) για σπουδές στο γερμανικό ρεπερτόριο (Opera - Lied). Σπουδές στη Σχολή Μελοδράματος της Ακαδημίας με τους μαέστρους: Erik von Bohner για την όπερα και G. Hauschild για το Lied, καθώς και σπουδές στη Σχολή Σκηνικής Αγωγής με το σκηνοθέτη της Κρατικής Όπερας του Μονάχου H. Arnold.
1966 Υποτροφία D.A.A.D. που χορηγείται από την Κεντρική Καλλιτεχνική Επιτροπή Δ. Γερμανίας που εδρεύει στη Βόννη.
1966-1967Μέλος Καλλιτεχνικού Γραφείου Φραγκφούρτης.
1967 Πρόσληψη στο Statz Oper Stuttgart και στο Württembergische Landesbühne.
1967-1973 38 εμφανίσεις σε περισσότερα από 20 λυρικά θέατρα της Γερμανίας (Tipügnen, Esslingen, Plochingen, Bagnant, Allen κ.α.) στο ρόλο του Rodolfo (La Bohème - G. Puccini) με μαέστρο τον Werner Krause.
Έκτακτες εμφανίσεις στην Ε.Λ.Σ. και το εξωτερικό.
Μετακλήσεις για πρώτους ρόλους έργων όπως: Madama Butterfly, La Bohème, Les Pêcheurs Des Pèrles, Tosca, Il Trovatore, Cavalleria Rusticana, Gioconda, Macbeth, Pagliacci, Der Fliegende Holländer.
1969 Concerti στην Ελλάδα και στην Ευρώπη (Ιταλία, Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Αγγλία, Ισπανία κ.α.).
Εμφάνιση στην Όπερα του Τορίνο (Teatro Nuovo) μετά από διεθνή διαγωνισμό για την ανάδειξη των 10 καλύτερων τραγουδιστών όπερας σε όλες τις φωνές για την περίοδο 1969.
1970 Πρώτος τενόρος μεταξύ 48 τενόρων για το δραματικό ρεπερτόριο. Χρηματικό βραβείο και τιμητική πρεμιέρα στο Τeatro Nuovo, με διευθυντή τον μαέστρο P. Provera.
1974-1990 Mόνιμος solist της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Στα πλαίσια του συμβολαίου του με την Ε.Λ.Σ. ερμηνεύει κατ΄επανάληψη όλα τα έργα του ρεπερτορίου του, στο οποίο προστίθενται οι όπερες: Forza Del Destino, Werther, Norma, Requiem (G. Verdi), Il Prigioniero (L. Dallapiccola), Το Παιδί Και Τα Μάγια (M. Ravel), Δαχτυλίδι Της Μάνας του Μ. Καλομοίρη, Κασσιανή του Γ. Σκλάβου, Ανοιξιάτικο Παραμύθι του Τ. Ξηρέλη, Flora Mirabilis του Σ. Σαμάρα κ.ά..
Από το 1973-2006 υπήρξε καθηγητής τραγουδιού. Δίδαξε και συνέβαλε καθοριστικά με τις γνώσεις και την καθοδήγηση του στην ανάδειξη όλων σχεδόν των άξιων νεότερων Ελλήνων λυρικών καλλιτεχνών. Έχει συνεργαστεί με το Απολλώνειο Ωδείο, τον Πειραϊκό Σύνδεσμο, το Εθνικό Ωδείο, το Ωδείο Φ. Νάκας, το Ωδείο Αθηνών, το Σύγχρονο Ωδείο Αθήνας και το Ωδείο Κλασσικής & Σύγχρονης Μουσικής.
Πολυσχιδής καλλιτεχνική προσωπικότητα ο Γιώργος Ζερβάνος σπούδασε, παράλληλα με την αφοσίωση του στη λυρική τέχνη, ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών, καθώς και στην Brera (Milano).


George Zervanos - Live in Munich 1964

George Zervanos - "Mamma... quel vino è generoso..." from Cavaleria Rusticana

Η ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ, ΜΙΑ ΜΑΚΡΑ ΠΟΡΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
 Σε ποιο θέατρο τραγούδησε η Μαρία Κάλλας τρεις από τους μεγαλύτερους ρόλους της, τη «Νόρμα», τη «Μήδεια» και την «Τόσκα», αλλά επίσης τον «Φιντέλιο» του Μπετόβεν; Ποιου θεάτρου το κοινό είχε την τύχη να απολαύσει στην ίδια παράσταση τον Τζον Βίκερς ως Οθέλλο και τον Τίτο Γκόμπι ως Ιάγο στην εμπνευσμένη από τον Σαίξπηρ όπερα του Βέρντι; Σε ποια σκηνή τραγούδησε ο Τζουζέπε Ταντέι τον Φάλσταφ του ίδιου συνθέτη, σε ποιο θέατρο ο Κώστας Πασχάλης τον Μάκμπεθ και πού ο Τζον Μοδινός τον Ναμπούκο πλάι στη θηριώδη φωνή της Γκένας Ντιμιτρόβα; Πού πρωτάκουσαν οι Αθηναίοι όπερες του Μότσαρτ αλλά και των συγχρόνων Λίγκετι, Μενότι, Ρίχαρντ Στράους και Νταλαπίκολα; Για ποιο θέατρο σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο και για ποια σκηνή έχουν φιλοτεχνήσει σκηνικά ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Σπύρος Βασιλείου; Πού είχε εμφανιστεί ως χορευτής ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος;

Σε αυτά και άλλα τόσα ανάλογα ερωτήματα η απάντηση είναι η ίδια, γνωστή σε λίγους, απρόσμενη για τους περισσότερους: αυτά, λοιπόν, έχουν συμβεί στην Εθνική Λυρική Σκηνή, που φέτος συμπλήρωσε εβδομήντα χρόνια καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Ολα ξεκίνησαν στις 5 Μαρτίου 1940, στη σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου, όταν παρουσιάστηκε η «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους, μία οπερέτα του γερμανόφωνου χώρου για ευνόητους λόγους, που συνδύαζε τραγούδι, χορό και πρόζα, ώστε να αξιοποιηθούν τραγουδιστές, ηθοποιοί και χορευτές. Πίσω από την υλοποίηση του εγχειρήματος βρισκόταν ο Κωστής Μπαστιάς, δημοσιογράφος, συγγραφέας και εκείνη την εποχή γενικός διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών του υπουργείου Παιδείας της κυβέρνησης Μεταξά, όπως επίσης γενικός διευθυντής του Βασιλικού Θεάτρου.

Η γόνιμη δεκαετία του ’60
Ενα θέατρο είναι οι άνθρωποί του, και σαφώς τον τόνο δίνει ο καλλιτεχνικός διευθυντής. Οταν επικεφαλής του θεσμού ήσαν άνθρωποι με φαντασία, ακόμα και το προβληματικό κτίριο δεν στάθηκε εμπόδιο για την παρουσίαση απαιτητικών ή πρωτοπόρων έργων. Ο Μπαστιάς επέστρεψε στο πηδάλιο του θεάτρου το 1959 και σε συνεργασία με τον αρχιμουσικό Ανδρέα Παρίδη έκαναν τη δεκαετία του 1960 μία από τις πιο γόνιμες, διευρύνοντας το ρεπερτόριο προς κάθε κατεύθυνση με έργα όπως ο «Ελεύθερος Σκοπευτής» του Βέμπερ, ο «Τανχόιζερ» και ο «Λόενγκριν» του Βάγκνερ, η «Μανόν» του Μασνέ και ο «Φάουστ» του Γκουνό, η «Χοβάντσινα» του Μούσοργκσκι, ο «Πύργος του Κυανοπώγωνα» του Μπάρτοκ και ο «Ερωτας για τα τρία πορτοκάλια» του Προκόφιεφ. Οι «Διάλογοι Καρμηλιτισσσών» του Πουλένκ παρουσιάστηκαν μόλις τέσσερα χρόνια μετά την παγκόσμια πρώτη τους στη Σκάλα του Μιλάνου. Ταυτόχρονα, τιμώντας το όνομά της, η ΕΛΣ υποστήριξε συστηματικά τους Ελληνες συνθέτες.

Ιστορική μνήμη
Με στόχο την ολική ανάκτηση μνήμης και τη δημιουργία μιας σύγχρονης ηλεκτρονικής τράπεζας δεδομένων, τα τελευταία χρόνια καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια ώστε να συμπληρωθούν οι Αρχειακές Συλλογές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και να ολοκληρωθεί με ακρίβεια το μωσαϊκό της ιστορίας του θεσμού με χαμένες –και ξεχασμένες– ψηφίδες. Φωτογραφίες, δημοσιεύματα, προγράμματα, αλλά και ιδιωτικές ηχογραφήσεις που με δυσκολία συλλέγονται απ’ όπου μπορούν να εντοπιστούν, δεν είναι απλώς τεκμήρια με συγκεκριμένη ιστορική αξία, αλλά επιπλέον μιλούν για τους ανθρώπους που δημιούργησαν την ιστορία της λυρικής τέχνης στην Ελλάδα κατά τα τελευταία εβδομήντα χρόνια. Ονόματα άγνωστα στους περισσότερους, όπως η Φανή Παπαναστασίου, η Τάνια Τσαχουρίδου, η Μαρία Κερεστετζή, η Σούλα Γλαντζή, η Κίτσα Δαμασιώτη, η Λουκία Χέβα, ο Λουδοβίκος Κουρουσόπουλος, ο Νίκος Χατζηνικολάου, ο Λύσανδρος Ιωαννίδης, ο Αντώνης Δελένδας, ο Μιχάλης Χελιώτης, ο Τάκης Σκαφίδας, ο Ευάγγελος Μαγκλιβέρας, ο Τίτος Ξηρέλλης, ο Κώστας Δημητρακόπουλος, ο Πέτρος Χοϊδάς, στήριξαν επί δεκαετίες τις παραγωγές στο μέχρι σήμερα ιδιαίτερα αφιλόξενο μουσικό τοπίο της χώρας μας.

Απαντήσεις στο γνωστό ερώτημα
Στην Ελλάδα του 2010, αρκετοί (δήθεν) αναρωτιούνται ακόμα γιατί να ξοδεύεται έστω και ένα ευρώ για μία τέχνη που «δεν ανήκει στην παράδοσή μας». Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού αστικού πολιτισμού, μακράν του να είναι απλώς ένα πολυδάπανο είδος που ο στόχος του εξαντλείται στη διασκέδαση προνομιούχων ελίτ ή λαϊκών μαζών, η όπερα θέτει σε διάλογο εθνικούς πολιτισμούς και ψυχισμούς. Η πλατιά γεωγραφική της εξάπλωση και οι βαθιές της ρίζες στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, η γεμάτη εκπλήξεις εξελικτική της πορεία, αλλά και η εντυπωσιακή της αντοχή στο χρόνο, δείχνουν ότι ανταποκρίνεται σε θεμελιώδεις, πάγιες ανάγκες –αισθητικές, συγκινησιακές, ιδεολογικής αντιπροσώπευσης– που είναι κοινές σε όλους τους Ευρωπαίους. Επιπλέον, παρά τα αγεφύρωτα σύνορα γλώσσας, τα εθνικά ρεπερτόρια συμβαίνει συχνά να είναι το ίδιο δημοφιλή στη χώρα τους όσο και έξω από αυτές. Η όπερα αποδεικνύεται φορέας μηνυμάτων και συγκινήσεων που αναγνωρίζονται άμεσα από όλους όσοι μετέχουν του δυτικού πολιτισμού, ανεξαρτήτως συνόρων. Ως μοναδικό λυρικό θέατρο της χώρας, η ΕΛΣ συντήρησε με επιτυχία αυτή την πολύτιμη διεπαφή ανοιχτή και μάλιστα σε περιόδους αντίξοων συνθηκών, όταν στον δημόσιο λόγο κυριαρχούσαν παρατεταμένα η ευτέλεια και ο λαϊκισμός.

  •  
  •  
    •  



Άλλες πηγές:
  • "Η Άγνωστη Κάλλας" Νίκος Πετσάλης - Διομήδης Εκδ. Καστανιώτη

“ΕΡΑΤΩ ΨΑΛΤΡΙΑ”. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΥΡΙΚΟΙ 11


Μαρία Κάλλας (συνέχεια) Χάρη σε αυτή δεν δημιουργήθηκε το "φαινόμενο Κάλλας" με τη μοναδική ποικιλία στο ρεπερτόριο; Αλλά η γρήγορη παρακμή των δυνατοτήτων της Κάλλας οφείλεται και σε έναν ακόμη παράγοντα, ως συνέχεια αυτού που ήδη αναφέρθηκε. Δεν ήταν μόνο το ξόδεμα της φωνής, αλλά και μια γενικότερη σπατάλη εκφραστικών μέσων. Ενστικτώδης όπως ήταν η Κάλλας, δεν μπορούσε να ερμηνεύσει έναν ρόλο παρά μόνο αν τον αισθανόταν, αν το ζούσε και, φυσικά, εννοούσε να τον αισθάνεται το ίδιο έντονα πάντοτε, τόσο σε πρόβα όσο και σε παράσταση. Κανένα μέτρο, καμιά προφύλαξη. Έδινε τα πάντα σε κάθε στιγμή, και, φυσικά, οι σκηνοθέτες και οι διευθυντές ορχήστρας εκμεταλλεύθηκαν αυτή την απερισκεψία. Και η Κάλλας θυσίασε όλη της τη φωνητική δυνατότητα σε μια μεγαλόπρεπη, αλλά καθαρά ουτοπιστική προσπάθεια για την τελειότητα, που της καλλιέργησαν ως κάτι το εφικτό. Όπως ήταν λογικό, οι ωραιότερές της εμφανίσεις γίνονται ακριβώς τη στιγμή που αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα σύννεφα, από το 1954 ώς το 1958, σαν ένας αγώνας υποταγής της ίδιας της φύσης». Το 1957 εμφανίστηκε στο "Ηρώδειο" (Φεστιβάλ Αθηνών) σ’ ένα «νόστιμον ήμαρ» αποθέωσης. Όμως διάφορα φωνητικά προβλήματα την ταλαιπωρουν όλο και περισσότερο και τον Ιανουάριο του 1958 εγκαταλείπει στην Ρώμη τη "Νόρμα" μετά την 1η Πράξη (παρά την παρουσία στην Αίθουσα του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας), ενώ ήδη από την αρχή της παράστασης η σπασμωδική της «Casta diva» προκάλεσε αποδοκιμασίες. Ο Τύπος έγινε μαζί της εχθρικός και πολλοί βρήκαν την ευκαιρία που χρόνια ζητούσαν για να επιτεθούν στην Ελληνίδα θεά «αυτή την καλλιτέχνιδα δεύτερης κατηγορίας, που έγινε Ιταλίδα χάρη στον γάμο της, Μιλανέζα χάρη στον αδικαιολόγητο θαυμασμό μιας μερίδας του κοινού της Σκάλας, και διεθνής χάρη στην επικίνδυνη φιλία της μέ την Έλσα Μάξγουελ», σχολίασε με ανεπίτρεπτη κακοήθεια η εφημερίδα «Il Giorno» (βλέπεις πονάει πολύ το να δίνεις επί 10 συνεχή χρόνια πρωτόφαντα μαθήματα όπερας σ’ αυτούς που γέννησαν την όπερα...). Στο μεταξύ ο σάλος δεν έλεγε να κοπάσει. Μετά την παράσταση του «Πειρατή» του Μπελλίνι και η "Σκάλα" διέκοψε το συμβόλαιο μαζί της (Μάιος 1958), ενώ η ψηλή «τεσιτούρα» εγκατέλειπε σταθερά την Κάλλας και μαζί μ’ αυτήν, η Βιολέτα, η Λουτσία και τα υπόλοιπα «κόντρα μι μπεμόλ» της παρέας... Το 1958 συνεργάστηκε με τους Αλέξη Μινωτή και Γιάννη Τσαρούχη για μια νέα παραγωγή της "Μήδειας" στην καινούργια Όπερα του Ντάλας (ΗΠΑ). Αυτή η παράσταση μεταφέρθηκε το 1959 στο Κόβεν Γκάρντεν του Λονδίνου και σ’ αυτή την θριαμβευτική «πρεμιέρα» η Κάλλας γνώρισε τον Ωνάση. Ας ξαναδώσουμε όμως το λόγο στον Βασίλη Χ. Νικολαΐδη «Η σχέση τους απασχόλησε ιδιαίτερα τον Τύπο και πολλοί αναρωτήθηκαν για τη "συγγένεια" που οι δύο αυτές προσωπικότητες μπορούσαν να έχουν. Ας μην ξεχνάμε πως η Κάλλας, αν και επιτυχημένη, θεοποιημένη ίσως καλλιτέχνις, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από την τρέχουσα γυναικεία ιδεολόγια, κατά την οποία δεν θα έβρισκε την ολοκλήρωση της φύσης της παρά μόνο δίπλα στον δυναμικό κι επιτυχημένο άντρα που θα κάλυπτε την ανασφάλεια και το ανικανοποίητο του χαρακτήρα της. Ο "θρύλος" Ωνάση ανταποκρινόταν στο επίπεδο στο οποίο η Μαρία είχε τοποθετήσει το αντρικό της μοντέλο. Πολλοί είπαν πως η σχέση της αυτή με τον εφοπλιστή της κατέστρεψε τη φωνή. Είναι όμως ψέμα. Η Κάλλας το 1959 είχε ήδη φωνή προβληματική. Ίσως, βέβαια, η ζωή που έζησε κοντά στον Ωνάση να της επέσπευσε το τέλος, αλλά για την Κάλλας δεν είχε προς το παρόν σημασία. Οι εμφανίσεις της στη σκηνή από το 1960 ώς το 1964, είναι σπάνιες». Πράγματι, το 1960 τραγούδησε στη "Σκάλα" τον "Πολίευκτο" («Poliuto») του Ντονιτσέττι και τη "Νόρμα" στην Επίδαυρο. Το 1961 τραγούδησε στην Επίδαυρο τη "Μήδεια" (βλ. Υποτροφίες «Μαρία Κάλλας»), μεταφέροντας την ίδια παραγωγή και στη "Σκάλα" (περίοδος 1961-1962). Παρ’ όλα αυτά, η σταδιοδρομία της στα ιταλικά θέατρα είχε τελειώσει οριστικά. Το 1962 τραγούδησε «Όμπερον» στο Λονδίνο και οι «Times» έγραψαν «Τώρα πια η φωνή της μπορεί να χαρακτηριστεί άσχημη και εκτός τόνου», όμως το κοινό συνέχισε να την αποθεώνει. Ακολούθησαν ορισμένες ηχογραφήσεις και το 1964, με σκηνοθέτη τον Τζεφιρέλλι, τραγούδησε "Τόσκα" στο Λονδίνο και "Νόρμα" στο Παρίσι, κάνοντας φανερό ότι ως καλλιτέχνις είχε φτάσει σε ύψιστα επίπεδα ερμηνευτικής ωριμότητας, αλλά και ότι η φωνή της δεν μπορούσε πια ν’ αντέξει τις επιβαρύνσεις του «επικού» παρελθόντος της κι αυτό την ανάγκασε το 1965, παρά την εξαιρετική «Τόσκα» που τραγούδησε στη «Μετροπόλιταν», να αποσυρθεί οριστικά από τις λυρικές παραστάσεις, αγνοώντας τις προτροπές διάσημων κριτικών (όπως για παράδειγμα του διακεκριμένου Λονδρέζου Νέβιλ Κάρντους) να στραφεί ριζικά προς τη μοντέρνα όπερα και να μετατρέψει τα όποια φωνητικά της ελαττώματα σε έξοχα εκφραστικά μέσα, ευεργετώντας το δυσπρόσιτο και αντιδημοφιλές αυτό μουσικό είδος! (το «κύκνειο άσμα» της ήταν η «Νόρμα» που δόθηκε στο Παρίσι, στις 29.5.1965, όταν στην 3η Πράξη κατέρευσε και μεταφέρθηκε λιπόθυμη στο καμαρίνι της...). Ακολούθησε μεγάλη περίοδος «διακοπών» με τον Ωνάση καθώς και προσπάθειες ακύρωσης του γάμου της με τον Μενεγκίνι (ο οποίος επουδενί έδινε το πολυπόθητο διαζύγιο). Επεξεργάστηκε επίσης διάφορα σχέδια θεατρικής, αλλά και κινηματογραφικής της «επανάκαμψης», που όλα τους για διάφορους λόγους ματαιώθηκαν. Μετά τον γάμο του Ωνάση με τη Τζάκυ Κένεντυ, η Κάλλας προσπάθησε να ενεργοποιηθεί και το 1969 και προς γενική έκπληξη δέχτηκε να παίξει τη "Μήδεια" στην ομώνυμη ταινία του Παζολίνι, που θεωρήθηκε αποτυχία (μια και ο σκηνοθέτης αφαίρεσε στο «μοντάζ» όλα τα υπέροχα «γκρο-πλαν» της «Ντίβας»). Στη συνέχεια έκανε πάλι διάφορα σχέδια «επανεμφάνισής» της (που όλα τους ναυάγησαν), ενώ ηχογράφησε στο Παρίσι μερικές άριες Βέρντι (που έγιναν δίσκος μετά τον θάνατό της). Το 1971 δίδαξε ερμηνεία όπερας στη Μουσική Σχολή Τζούλιαρντ της Ν. Υόρκης. Αλλά κι εδώ το εγχείρημα, παρότι διάλεξε η ίδια τους μαθητές της, δεν στέφθηκε από επιτυχία (απογοητεύοντας δασκάλα και μαθητές). Τον επόμενο χρόνο συνάντησε τον διαπρεπή τενόρο και παλιό της «παρτεναίρ» Γκιουζέπε Ντι Στέφανο (που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα) και απεφάσισε να συνεργαστεί μαζί του. Άρχισαν να ηχογραφούν δίσκο με ντουέτα (που όμως έμεινε ημιτελής) και το 1973 ανέλαβαν τη σκηνοθεσία των "Σικελικών Εσπερινών" του Βέρντι, για τα εγκαίνια του Θέατρου "Ρέτζιο" του Τορίνο. Το αποτέλεσμα ήταν κι εδώ απογοητευτικό. Οι 2 μεγάλοι καλλιτέχνες δεν κατάφεραν να βρουν τον τρόπο, ώστε να μεταλαμπαδεύσουν σε άλλους τα δικά τους βιώματα. Τότε πήραν τη μεγάλη απόφαση να ξαναεμφανιστούν στη σκηνή, όχι βέβαια σε παραστάσεις (κάτι που η αντοχή τους δεν επέτρεπε), αλλά σε ρεσιτάλ. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1973, στο Congress Center του Αμβούργου, η Κάλλας και ο Ντι Στέφανο συνοδευόμενοι από τον διάσημο παλαίμαχο πιανίστα Άιβορ Νιούτον επανεμφανίστηκαν (θριαμβευτικά, για το κοινό` «σαν μονοχρωματικό αντίγραφο ελαιογραφίας», για τους κριτικούς). Ακολούθησε ευρωπαϊκή περιοδεία (με μοναδικό στόχο να καταστρέψει τον «θρύλο» των 2 ασύγκριτων πρωταγωνιστών): Βερολίνο, Ντύσσελντορφ, Μόναχο, Φρανκφούρτη, Μανχάιμ, Άμστερνταμ, Μιλάνο, Στουτγάρδη. Τα ρεσιτάλ συνεχίστηκαν και το 1974, με τελευταίες εμφανίσεις στην Ιαπωνία. Έκτοτε η Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι (και στον εαυτό της), ενώ ο θάνατος άρχισε να επισκέπτεται διαδοχικά τους αγαπημένους της. Το 1975 ήρθε στον Ωνάση και τον Παζολίνι, το 1976 στον Βισκόντι (που στην τελευταία ταινία του, τον "Αθώο", αναπόλησε την "Τραβιάτα" του 1955 με Βιολέτα την Κάλλας). Μόνη και βαθειά απογοητευμένη, έμοιαζε να περιμένει τη σειρά της μελετώντας τραγούδι στο Θέατρο Σανζ Ελυζέ... Πέθανε από καρδιακή προσβολή το πρωϊνό της 16ης Σεπτεμβρίου 1977. Κατά τη θέλησή της αποτεφρώθηκε και η τέφρα της σκορπίστηκε στο Αιγαίο. Τάχα σ’ αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής της να πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό της ο «Τελευταίος Πειρασμός» του Καζαντζάκη (του οποίου κάποτε τραγούδησε τον «Πρωτομάστορα»;..). Ποιός να ξέρει;... Εκείνο που ξέρουμε είναι πως μια Ελληνίδα υπήρξε η μεγαλύτερη τραγουδίστρια του 20ού αι. και περνώντας, άφησε σιμά μας --όπως λέει κι ο ποιητής-- «ένα λαγήνι αθάνατο νερό κι εκείνο το κοχύλι της όπου θ’ αντηχεί το Αιγαίο». (Για τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, εκτός από τα δημοσιεύματα και τα βιβλία των ξένων συγγραφέων, κυκλοφορούν στα ελληνικά τα ακόλουθα ιδιαζόντως κατατοπιστικά βιβλία--τα περισσότερα Ελλήνων μουσικογράφων : Αριάννας Στασινοπούλου «Μαρία Κάλλας, η γυναίκα πίσω από το μύθο»-Εκδόσεις «Bell» 1982, Βασίλη Χ. Νικολαϊδη «ΜαρίαΚάλλας, οι μεταμορφώσεις μιας τέχνης»-Εκδόσεις «Κέδρος» 1982, Πολύβιου Μαρσάν «Μαρία Κάλλας, η ελληνική σταδιοδρομία της»-Εκδόσεις «Γνώση» 1983, Eleni Kanthou «Maria Callas-Die Interpretin»-«Florian Netzel» Verlag, «Heinrichshofen Buecher»-Wilhelmshaven 1994, Νίκου Μπακουνάκη «Κάλλας-Μήδεια»-Εκδόσεις «ΜΜΑ» και «Καστανιώτης» 1995. Νταβίντ Λελαι «Μαρία Κάλλας»-Εκδόσεις «Πατάκη», Νίκου Πετσάλη-Διομήδη «Η Άγνωστη Κάλλας»-Εκδόσεις «Καστανιώτη» 1998, Επίσης, ο πλήρης Κατάλογος των δίσκων της υπάρχει στον «Οδηγό Ελληνικής Δισκογραφίας 1950-1997» του Πέτρου Δραγουμάνου). 

Η ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ

Μπορείτε να δείτε αναλυτικά στοιχεία στο αντιστοιχο έγγραφο


“ΕΡΑΤΩ ΨΑΛΤΡΙΑ” ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΥΡΙΚΟΙ 10


*Κάλλας Μαρία 
 (Μαρία,Σοφία,Άννα, Καικιλία Καλογεροπούλου) (Ν. Υόρκη 1923 - Παρίσι 1977). Η σύγχρονη «θεά» (Diva) του Παγκόσμιου Λυρικού Θεάτρου, η Ελληνίδα «ολική» υψίφωνος (primadonna assoluta), η «Χρυσή φωνή» του 20ού αι. με το χαρακτηριστικό «τίμπρο» που μετέδιδε «ηλεκτρισμό υψηλής τάσης» στα απανταχού ακροατήρια, η μοναδική δραματική «κολορατούρα» που χάρη στα μοναδικά φωνητικά, μουσικά και υποκριτικά της προσόντα ανανέωσε (έως ανέστησε...) την όπερα και το ρεπερτόριό της (ιδιαιτέρως το ιταλικό «μπελ-κάντο», με προσφορά--σύμφωνα με τα λόγια του Φράνκο Τζεφιρέλλι--«εφάμιλλη του Βέρντι»!!), θα μείνει στην Ιστορία της Μουσικής ως κορυφή απλησίαστη. Για να δειχτεί το μέτρο της αξίας της, αρκεί και μόνο να υπομνηστεί ότι (μετά από τον «μυθικό» της περίπατο στον παγκόσμιο λυρικό Χώρο) κάθε καινούργια καλλίφωνη τραγουδίστρια οπουδήποτε στην Οικουμένη υιοθετεί για τον εαυτό της τον τίτλο «η νέα Κάλλας»` κι αυτό τα λέει όλα!... Ήταν κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου (από τον Μελιγαλά) και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη (από τη Στυλίδα Φθιώτιδος). Γεννήθηκε στις 2 (ή 4) Δεκεμβρίου 1923 στη Ν. Υόρκη, όπου είχαν μεταναστεύσει οι γονείς της τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου εις «άγραν τύχης». Άρχισε από νωρίς να ασχολείται με τη μουσική, παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα πιάνου-σολφέζ στην Αμερική. Σε ηλικία 11 ετών πήρε Α΄ βραβείο σε Διαγωνισμό παιδικών φωνών (που διοργανώθηκε από τον ΡΣ WOR της Ν. Υόρκης). Το 1937, έχοντας βιώσει (μαζί με την κατά 6 χρόνια μεγαλύτερη αδελφή της Τζάκυ) τους κλυδωνισμούς από το ανεπίσημο διαζύγιο των γονέων της, επέστρεψε με την μητέρα της στην Αθήνα και τότε γράφτηκε στο Εθνικό Ωδείο (ο Μ. Καλομοίρης τη δέχτηκε δωρεάν) κάνοντας τραγούδι με τη [[Τριβέλλα_Μαρία|Μαρία Τριβέλλα]], πιάνο με την Ήβη Πανά και μελοδραματική με τον Γ. Καρακαντά. Ο πρώτος ρόλος της σταδιοδρομίας της ήταν η Σαντούτσα από την «Καβαλλερία» (σε μαθητική παράσταση). Κατά σύμπτωση η «άρια της Σαντούτσα» είναι και το τελευταίο κομμάτι που τραγούδησε σε ελλ. έδαφος (και πάλι υπό συνθήκες μη κανονικής παράστασης, όταν, προερχόμενη από τον Σκορπιό, έτυχε να βρεθεί μεταξύ των ακροατών του Φεστιβάλ Λευκάδας 1964 και ανταποκρίθηκε στην επιθυμία του κοινού να την ακούσει` τότε τη συνόδευσε στο πιάνο «εκ των ενόντων» ο εξαίρετος Λευκαδίτης συνθέτης Κ. Σφέτσας). Το 1939 γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών, μαθητεύοντας στη διάσημη Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, κοντα στην οποία γνώρισε την υψηλή τεχνική των ρόλων που αργότερα θα την αναδείκνυαν για να τους αναδείξει...Το 1940 προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή του Εθνικού (τότε Βασιλικού) Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως Βεατρίκη (στην οπερέτα «Βοκκάκιος» του Σουπέ). Στη συνέχεια (και ώς το 1945) πρωταγωνίστησε: στην "Τόσκα" (1942, 1943), στον "Κάμπο" του Ντ' Αλμπέρ (1944, 1945), στην "Καβαλλερία (1944), στον "Πρωτομάστορα" (1944, το μόνο ελληνικό έργο που τραγούδησε), στον "Φιντέλιο" (1944) και στην οπερέτα "Ο Ζητιάνος Φοιτητής" του Καρλ Μυλλαίκερ (1945). Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος σε ρεσιτάλ και σε συναυλίες (σε σπίτια ιδιωτών και σε δημόσιους χώρους). Τον Σεπτέμβριο του 1945 πήγε και πάλι στην Αμερική (αυτή τη φορά μόνη της) προκειμένου να φροντίσει για τη λυρική της σταδιοδρομία. Τότε η «Μετροπόλιταν Όπερα» της Ν. Υόρκης της πρότεινε να τραγουδήσει "Μπάττερφλάυ" στα αγγλικά (και άλλους 2 εξίσου «ακατάλληλους» για κείνη ρόλους). Πράγματι, ήταν ποτέ δυνατόν για την εξαιρετικά εύσωμη και παχύσαρκη Κάλλας (που, εκτός των άλλων, μελετούσε και έπλαθε με τελειομανία κάθε λυρικό ρόλο ώς την τελευταία του λεπτομέρεια) να δεχτεί να πρωτοεμφανιστεί στο πιο απαιτητικό λυρικό θέατρο του Κόσμου ενσαρκώνοντας μια μικροκαμωμένη Γιαπωνέζα παιδούλα; «-Όλες το κάνουν» της είπαν τότε (απαριθμώντας σειρά «ιερών --πλην ασουλούπωτων-- τεράτων», που εμφανίστηκαν κατά καιρούς στον ρόλο της Μπαττερφλάυ), «-Η Κάλλας δεν θα το κάνει» απάντησε, απορρίπτοντας ασυζητητί (παρότι άνεργη και άγνωστη) την φαινομενικά τόσο δελεαστική πρόταση (παρεμπιπτόντως αναφέρουμε ότι ο δίσκος που ηχογράφησε αργότερα ως «Μαντάμα Μπαττερφλάυ» θα μείνει ανεπανάληπτος...). Έμεινε άνεργη ώς το 1947, οπότε της ζήτησαν να ερμηνεύσει την Τουραντό στο Σικάγο. Εκείνη προετοιμάστηκε, αλλά η παράσταση ματαιώθηκε. Στη συνέχεια, μετά από επιτυχημένη ακρόαση, της ανέθεσαν να τραγουδήσει τη Τζιοκόντα στη ρωμαϊκή αρένα της Βερόνας (έναν από τους σπουδαιότερους λυρικούς Χώρους της Ιταλίας). Έτσι η Κάλλας, παρότι γλύστρησε στη γενική δοκιμή και στραμπούληξε τον αστράγαλό της, κατάφερε να κάνει με επιτυχία το πρώτο σημαντικό βήμα της σταδιοδρομίας της (2.8.1947). Μαέστρος της παράστασης ήταν ο διάσημος Τούλιο Σεραφίν, ο οποίος (ως πραγματικός γνώστης...) θαύμασε τη φωνή της Κάλλας και έγινε δάσκαλός της, διευρύνοντας τους τεχνικούς και ερμηνευτικούς της ορίζοντες. Όμως στη Βερόνα ζούσε και ο βιομήχανος Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, που λάτρεψε όχι μόνο την καλλιτεχνική της προσωπικότητα, αλλά και τη γυναικεία της υπόσταση. Λίγο μετά, στις 21.4.1949, η Κάλλας παντρεύτηκε τον Μενεγκίνι (που είχε τα διπλά της χρόνια) καλύπτοντας συναισθηματικά --είπαν-- την απουσία της πατρικής φιγούρας και εξασφαλίζοντας έναν ταλαντούχο «ιμπρεσσάριο» αδιαμφισβήτητης αφοσίωσης. Στο μεταξύ είχε ήδη τραγουδήσει αρκετούς ρόλους (κυρίως, του ρεπερτορίου της δραματικής υψιφώνου και της δραματικής «κολορατούρα»): Ιζόλδη («Τριστάνος και Ιζόλδη», 1947, 48, 50), "Αΐντα" (1948), Λεονόρα ("Δύναμη του Πεπρωμένου", 1948), "Νόρμα" (1948, αργότερα θα γίνει η κορυφαία της επιτυχία), «Τουραντό» (1948, 1949), Αμπιγκαέλ ("Ναμπούκο", 1949) Ελβίρα ("Πουριτανοί", 1949), Βρουνχίλδη ("Βαλκυρία", 1949), Κούντρυ ("Πάρσιφαλ", 1949, 1950). Ακολουθούν: η Λεονόρα ("Τροβατόρε", 1950), η Βιολέτα («Τραβιάτα» 1951), η Κοστάντσα («Αρπαγή από το Σεράι», 1951-52), η «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» (1952), η Λαίδη Μάκβεθ («Μάκβεθ», 1952-53) και οι σπάνια παιζόμενες όπερες: «Σικελικοί Εσπερινοί" του Βέρντι (1951), «Ορφεύς και Ευρυδίκη» του Χάυντν (1951, άπαιχτη από τον καιρό της σύνθεσής της!), "Αρμίντα" του Ροσσίνι (1952), "Μήδεια" του Κερουμπίνι (1953), κ.λπ. Οι Όπερες του Μεξικού και της Φλωρεντίας της πρόσφεραν την ηγεμονική ευκαιρία να «εξασκηθεί» στο μελλοντικό της ρεπερτόριο, ανασύροντας από τη λήθη αρκετά ξεχασμένα μελοδράματα (του 18ου κυρίως αι.), αλλά και η "Σκάλα" του Μιλάνου (το «άντρο» της μεγάλης αντιπάλου της Ρενάτας Τεμπάλντι) «εκπορθήθηκε» το 1951 (με τους «Σικελικούς Εσπερινούς») κι από τότε (ώς το 1958 που ήρθε η οριστική ρήξη) η Κάλλας είχε συχνότατες εμφανίσεις στη «Σκάλα» (όσο ελάχιστοι τραγουδιστές στην Ιστορία του κορυφαίου αυτού ευρωπαϊκού λυρικού Θεάτρου). Το 1952, ηχογράφησε την "Τραβιάτα" και το 1953 τη "Λουτσία". Το 1954 (έτος κατά το οποίο υποβλήθηκε σε διαιτητική θεραπεία, που της επέτρεψε να ενσαρκώνει έκτοτε τις λυρικές ηρωίδες όχι μόνο με τη φωνή αλλά και με το παρουσιαστικό της...) τραγούδησε στη "Σκάλα" τόσο τη «Λουτσία» (σκηνοθέτης και μαέστρος ο φον Κάραγιαν) όσο και την "Άλκηστη" (με σκηνοθέτιδα τη Μ. Βάλμαν και μαέστρο τον Κ.Μ. Τζουλίνι). Τότε γνώρισε και τον Βισκόντι, με τον οποίο συνεργάστηκε στη «Σκάλα» σε 5 παραγωγές, που όλες τους χαρακτηρίστηκαν από ερμηνευτική και σκηνοθετική τελειότητα ("Εστιάς" του Σποντίνι 1954-1955, "Υπνοβάτις" 1955, «Τραβιάτα» 1955--θεωρείται η πιο σημαντική παράσταση της σταδιοδρομίας της, «Άννα Μπολένα» 1957 και "Ιφιγένεια εν Ταύροις" 1957). Το 1955 η Κάλλας (που ήδη έχει επανειλημμένα διαπρέψει ως Ροζίνα στον «Κουρέα») τραγουδάει με μεγάλη επιτυχία τη Φιορέλα στον "Τούρκο στην Ιταλία" (επίσης του Ροσσίνι) σε σκηνοθεσία του Τζεφιρέλλι, το δε 1956 «εκπορθεί» επιτέλους και τη «Μετροπόλιταν Όπερα» με «Νόρμα», «Τόσκα» (υπό τον Δ. Μητρόπουλο) και «Λουτσία», επιβάλλοντας πλήρως τους όρους της και αναγκάζοντας τον δ/ντή της Όπερας και «άσπονδο» φίλο της Ρ. Μπινγκ όχι μόνο να της πληρώσει το μεγαλύτερο «κασέ» που είχε πληρώσει ώς εκείνη τη στιγμή το Ίδρυμα (!), αλλά και να δηλώσει ότι η πρώτη εμφάνιση της Κάλλας στη «ΜΕΤ» ήταν η πιο συναρπαστική βραδιά της ζωής του στο θέατρο! Μετά από αυτά (και τη σχετική «μυθοποίησή» τους από τους δημοσιογράφους) αντιλαμβανόμαστε τί φρενίτιδες ενθουσιασμού ξεσήκωσε η Κάλλας στη γενέτειρά της Αμερική (παρά την εκστρατεία δυσφήμησης που επιχειρήθηκε εναντίον της, με αιχμή του δόρατος τις κακές σχέσεις με τη μητέρα της), ενώ παράλληλα οι ασύγκριτοι δίσκοι της έκαναν τον γύρο του Κόσμου, δημιουργώντας απλησίαστα ρεκόρ πωλήσεων. Όμως τα πράγματα δεν πηγαίνουν και τόσο καλά. Ας δώσουμε όμως τον λόγο στον ειδικό βιογράφο της Βασίλη Χ. Νικολαΐδη: «Παράλληλα με το αδυνάτισμα του σώματός της, από το 1954 παρατηρείται ένα αδυνάτισμα της φωνής της, το οποίο οφείλεται βέβαια στην απότομη απώλεια βάρους αλλά και σε άλλες αιτίες. Και ας ξεκινήσουμε από τη φωνητική υπερβολή. Είναι εξ ορισμού απαγορευμένο σε έναν καλλιτέχνη της όπερας να εξαντλεί την τεσιτούρα του, δηλαδή να τραγουδάει αγγίζοντας τα όρια της φωνής του, τόσο στις υψηλές όσο και στις χαμηλές περιοχές. Και η Κάλλας άγγιζε συνεχώς αυτά τα όρια, όχι μόνο τραγουδώντας ρόλους εκ διαμέτρου αντίθετους φωνητικά σε μια σαιζόν, αλλά και στη διάρκεια ενός και μόνου ρεσιτάλ. Δεν είναι δυνατόν τη "Βαλκυρία" να διαδεχθούν οι "Πουριτανοί" και τους "Πουριτανούς" η "Τζοκόντα" ή η "Τουραντό", είναι τρομερά παρακινδυνευμένο η "Λαίδη Μάκβεθ" να ακολουθεί τη "Λουτσία" και τη "Λουτσία" η "Ιζόλδη"... Και όσο κι αν αυτοί οι ακροβατισμοί γίνονταν εντονότερα στην αρχή της σταδιοδρομίας της, σε μια προσπάθεια καθιέρωσης, αυτό ήταν αρκετό για ένα καίριο πλήγμα του φωνητικού της οργάνου από πολύ νωρίς. Και μετά την απότομη αλλαγή του μεταβολισμού, η κατάσταση επιδεινώθηκε σχεδόν αμέσως, από τα τριάντα δύο χρόνια της καλλιτέχνιδας. Ήδη το 1955, η υψηλή φωνητική περιοχή της έχει προβλήματα. Όμως, χωρίς αυτή την αυτοκαταστροφική τόλμη, άραγε η Κάλλας θα γινόταν αυτό το εξαιρετικό "τέρας" της όπερας;

“ΕΡΑΤΩ ΨΑΛΤΡΙΑ”. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΥΡΙΚΟΙ 9


* Χοϊδάς Πέτρος (Κων/πολις 1914 - Αθήνα 1977).
Διακεκριμένος βαθύφωνος και επί σειρά ετών βασικό στέλεχος της ΕΛΣ. Από τους λυρικούς καλλιτέχνες που προσέφεραν απλόχερα το θείο χάρισμα της φωνής τους μόνο από αγάπη για τη Μουσική και τις ψυχικές και κοινωνικές συγκλίσεις που αυτή προξενεί... Σπούδασε τραγούδι στο Εθνικό Ωδείο (μαθητής της Ειρήνης Σκέπερς) και προσλήφθηκε το 1940 στη Λυρική Σκηνή του Εθνικού (τότε Βασιλικού) Θεάτρου. Πρωτοεμφανίστηκε ως σολίστ το 1944 στο Θέατρο "Ολύμπια" τραγουδώντας τον Ντον Μπαζίλιο ("Κουρέας") σε αντικατάσταση του Γ. Μουλά. Κατόπιν καθιερώθηκε ως πρωταγωνιστής (1947). Αν και ήταν σε θέση να κάνει παγκόσμια σταδιοδρομία (γιατί διέθετε σπάνια φωνή και ήταν άριστος μουσικός) προτίμησε να παραμείνει και να προσφέρει στον τόπο του. Τραγούδησε όλο το μελοδραματικό ρεπερτόριο και πάντα θαυμάστηκε για τη σπηλαιώδη και "στεντόρεια" φωνή του αλλά και για τις αριστοτεχνικές του ερμηνείες, κυρίως στις όπερες: "Δύναμη του Πεπρωμένου", "Τροβατόρε", "Ριγκολέττο" (ο ιδανικός Σπαραφουτσίλε), "Τουραντό" (Τιμούρ),κ.λπ. Εκεί όμως που ήταν πραγματικά μοναδικός, ήταν στα ορατόρια ("Ρέκβιεμ" Βέρντι, "Ρέκβιεμ" Μότσαρτ,κ.λπ.). Το 1964 τραγούδησε στα «Κατά Ιωάννη Πάθη» του Μπαχ (συμπράττοντας με την ΚΟΑ και τη Χορωδία Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Μ. Παλλάντιου). Συνεργάστηκε με την ΚΟΑ και σε άλλα έργα. "Η συμμετοχή του σε κοντσέρτα" (γράφει ο Μ. Α. Ράπτης) "υπήρξε για πολλά χρόνια ένα είδος σήμα κατατεθέν της επιτυχίας". Ως αυτήκοοι, προσυπογράφουμε ανεπιφύλακτα. Διετέλεσε σύμβουλος του ΣΗΜΟ.

* Δελένδας Αντώνης (Κων/πολη 1902 - Αθήνα 1966)
Διακεκριμένος λυρικός τενόρος του "Γ' Ελληνικού Μελοδράματος" και της ΕΛΣ. Σπούδασε βιολί στο Ωδείο Αθηνών και το 1925 διετέλεσε μέλος της Συμφωνικής Ορχ. του Ωδείου υπό τον Δημ. Μητρόπούλο. Τότε ανακάλυψε ότι έχει ωραία φωνή και άρχισε μαθήματα με τον Κωστή Νικολάου (αρχικά ως βαρύτονος και στη συνέχεια ως τενόρος). Πήρε επίσης μαθήματα φωνητικής από τις Νίνα Φωκά και τη Μαρίκα Καλφοπούλου. Πρωτοεμφανίστηκε στη μελοδραματική παράσταση του Ωδείου το 1927 με τον "Οιδίποδα Τύραννο" και κατόπιν, το 1928, στο Ελληνικό Μελόδραμα με την "Καβαλλερία Ρουστικάνα". Κατά τη μελοδραματική του σταδιοδρομία (37 ρόλοι) γνώρισε πολλές επιτυχίες ("Μανόν", "Λακμέ", "Αλιείς μαργαριταριών",κ.λπ.). Λόγω της εξαιρετικής του μουσικής μόρφωσης προτιμήθηκε ως ειδικός και στα κλασικά ορατόρια: "Ο Χριστός στο Όρος των Ελαιών" (1934), "Τα κατά Ματθαίον Πάθη" (1935), "Μίσσα Σολέμνις",κ.λπ. Συνολικά τραγούδησε 20 ρόλους ορατορίων. Επίσης διηύθυνε επανειλημμένα την ορχ. του Μελοδράματος. Πήρε μέρος στην πρεμιέρα του "Λυτρωτή" του Λαυράγκα (Κέρκυρα, 1934). Το 1937 προσκλήθηκε στη Γερμανία και τραγούδησε με μεγάλη επιτυχία στη "Φόλκς-Όπερ" του Βερολίνου: "Λουΐζα Μύλλερ" και "Τόσκα". Επίσης, στην Όπερα του Κιέλου: "Ριγκολέτο", "Τσάρο και Ξυλουργό" (Λόρτσιγκ), "Μαγικό Αυλό" και "Τζιάννι Σκίκκι". Τραγούδησε ακόμα, στο Αμβούργο και τη Λειψία. Επέστρέψε στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 1941 και προσλήφθηκε ως τακτικό μέλος από τη Λυρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (και στη συνέχεια, από την ΕΛΣ), τραγουδώντας με μεγάλη επιτυχία (ώς το 1959) σε: "Απαγωγή από το Σεράι" (12.12.1941), «Τζιουντίτα» (16.7.1942), «Τόσκα» (με την Κάλλας, 26.8.1942), «Ορφέα και Ευρυδίκη» (Ηρώδειο, 10.10.1942), "Κάρμεν" (20.2.1942), «Πρωτομάστορα» (19.2.1943 και 29.7.1944), «Χώρα του μειδιάματος» (18.11.1943), «Η Απαγωγή από το Σεράι» (7.4.1944), "Στον Κάμπο" (του Ντ' Αλμπέρ, με την Κάλλας, 22.4.1944), «Καβαλλερία Ρουστικάνα» (με την Κάλλας, 6.5.1944), "Φιντέλιο" (Ηρώδειο 14.8.1944, με την Κάλλας. Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας "Φλορεστάν"), "Παραμύθια Χόφμαν" (28.4.1946), "Σπίτι των 3 κοριτσιών" (16.1.1947), «Ριγκολέτο» (9.1.1948), «Βασιλιά ανήλιαγο» (27.3.1948), «Ξωτικά νερά» (6.1.1951), «Σαμψών και Δαλιδά» (18.8.1951), «Διδώ» (12.4.1952), «Ιπτάμενο Ολλανδό» (3.5.1952),κ.λπ. Τέλος, διακρίθηκε ιδιαίτερα και στη βιεννέζικη οπερέτα (Λέχαρ, Γ. Στράους, Κάλμαν,κ.λπ.).

* Λευτέρης Σπίνουλας  (με την επιμέλεια του Σταύρου Αναστασόπουλου)
Γεννήθηκε το 1927 στην Κέρκυρα στο χωριό Κάτω Γαρούνας.
Σε ηλικία 18 ετών προσελήφθη στην χορωδία του εκκλησιαστικού ναού Άγιος Σπυρίδων ως πρώτος τενόρος,ο δε αρχιμουσικός της Παλαιάς Φιλαρμονικής Κέρκυρας Σπύρος Μεταλληνός τον προσκαλούσε στα κοντσέρτα του,για να τραγουδάει ως σολίστ τενόρος. Σιγά σιγά ο Λ. Σπίνουλας άρχισε να συνειδητοποιεί το φωνητικό του ταλέντο και έτσι αποφάσισε να αναζητήσει βαθύτερες και πιο ουσιαστικές μουσικές σπουδές. Εγγράφεται στο παράρτημα του Εθνικού Ωδείου της Κέρκυρας στο κλασσικό τραγούδι,έχοντας ως καθηγήτρια του την Σοφία Ζαρμπή.Το 1951 έρχεται στην Αθήνα και συνεχίζει τις σπουδές του στο κλασσικό ρεπερτόριο,στο κεντρικό Εθνικό Ωδείο του Μανώλη Καλομοίρη Στα θεωρητικά έχει ως καθηγητές του τους: Γ. Βώκο, Σώτο Βασιλειάδη, Μιχ. Βούρτση. Το 1953 οι μουσικές του σπουδές συνεχίζονται στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών του Αντίοχου Ευαγγελάτου Διδάσκεται τραγούδι από την διακεκριμένη καθηγήτρια Λίτσα Ψαθέρη, ενώ στα ανώτερα θεωρητικά διδάσκοντες του είναι οι Μ. Βάρβογλης και Γ. Κοτούγκος. Αποφοίτησε από το ελληνικό ωδείο με Άριστα και χρυσό βραβείο (δίπλωμα Σολίστ Τραγουδιού,Ανώτερων Θεωρητικών και Μελοδραματικής Τέχνης). Στο δίπλωμα του ερμήνευσε άριες περίφημων συνθετών όπως: Χαίντελ,Μπαχ,Σούμαν,Μπραμς,Μάλερ,Ντονιτσέτι, Τσιλέα,Πουτσίνι,Σαμάρας,Ευαγγελάτος. Το ρεσιτάλ πραγματοποιήθηκε μπροστά σε μαέστρους της ολκής του Μάριου Βάρβογλη καθώς και του ίδιου του Αντιόχου Ευαγγελάτου. Οι κριτικές των εφημερίδων ήταν τιμητικές και πολύ επαινετικές για το νεαρό τότε λυρικό τενόρο. Το 1955 προσλαμβάνεται ως έκτακτος στο καλλιτεχνικό προσωπικό της Εθνικής Λυρικής Σκηνής(ως τενόρος στην χορωδία) για τις όπερες Μαγικός Αυλός του Μότσαρτ και Φιντέλιο του Μπετόβεν που παρουσιάστηκαν στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Το 1957 δίνει εξετάσεις και εκλέγεται Μουσικός Οδηγός και Μαέστρος Σκηνής της Ε.Λ.Σ.
Ο Λ. Σπίνουλας, παρά το γεγονός πως υπήρξε βοηθός σκηνοθέτη και εν συνεχεία σκηνοθέτης της Ε.Λ.Σ, βρέθηκε πολύ κοντά στο να ξεκινήσει την καριέρα του ως σολίστ τενόρος. Από τους 22 υψίφωνους που έδωσαν εξετάσεις για την πρόσληψη τους στην Ε.Λ.Σ ήταν ανάμεσα στους 8 επιτυχόντες. Είχε επιλεχθεί για να πρωταγωνιστήσει στο διάσημο έργο του Τζιάκομο Πουτσίνι La Boheme (ως Rodolfo, στον ρόλο του τενόρου). Μάλιστα,αυτό συνέβη όταν ο Τότης Καραλίβανος, γνωστός αρχιμουσικός της Ε.Λ.Σ. τον άκουσε στην άρια Che gelida manina από το προαναφερθέν έργο. Τότε δήλωσε σχετικά: Ο Σπίνουλας έχει το υψηλό ντο του τενόρου στην τσέπη. Ακολούθησε η διανομή των ρόλων για την όπερα,όμως ο Λ. Σπίνουλας, μετά και από προτροπή του Φρίξου Θεολογίδη (τότε σκηνοθέτη της Ε.Λ.Σ), αποφάσισε να αφήσει το τραγούδι και να ασχοληθεί με την σκηνοθεσία. Παρά το γεγονός πως ο Λ.Σπίνουλας ασχολήθηκε με την σκηνοθεσία και αργότερα με την διεύθυνση χορωδιών(Χορωδία Κέρκυρας,Χορωδία Τραπέζης Ελλάδος)[όπως προαναφέρθηκε],διέθετε μια εξαιρετική οπερατική φωνή. Υπήρξε ένας πολύ σπάνιος τενόρος,με ένταση,έκταση και έκφραση στην φωνή του. Το είδος της φωνής του ανήκει στην κατηγορία των λυρικών τενόρων. Ερμήνευε απαιτητικό ρεπερτόριο που ταίριαζε όμως στην φωνή του. Μερικά έργα: Ριγολέτος,Τραβιάτα,Μποέμ,Λουτσία Ντι Λαμερμούρ,Ελιξίριο του έρωτα, Αλιείς των μαργαριταριών,Αρλεζιάνα,Μάρθα.

Gloria In Excelsis W A Mozart (από Σταύρο Αναστασόπουλο)

 'Ο Sole Mio (από Σταύρο Αναστασόπουλο)

Κοιμάτ 'η πλάση του Μαγιού(από Σταύρο Αναστασόπουλο)

“ΕΡΑΤΩ ΨΑΛΤΡΙΑ”. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΥΡΙΚΟΙ 8


* Δημήτρης Καβράκος
Βαθύφωνος, θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς μπάσους του Λυρικού Θεάτρου. Έκανε το ντεμπούτο του στο ρόλο του Ζαχαρία (Ναμπούκο) στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Στην Ιταλία εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Ρέκβιεμ του Βέρντι στο Σπολέτο, και το 1976 έκανε το ντεμπούτο του στο Έιβερυ Φίσερ Χολ του Λίνκολν Σέντερ, στην Αμερική, στο έργο του Ρεφίτσε Σικελία. Το 1979 έκανε το ντεμπούτο του στη Μετροπόλιταν Όπερα ως Μέγας Ιεροεξεταστής στον Ντον Κάρλος και στη συνέχεια ερμήνευσε κεντρικούς ρόλους στις όπερες Αΐντα, Ερνάνης, Τροβατόρε, Σικελικοί Εσπερινοί, Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Ντον Τζιοβάννι, Τουραντότ, Λουίζα Μίλλερ, Σίμων Μποκκανέγκρα, Ναμπούκο, Νόρμα, Λουτσία, Δύναμη του Πεπρωμένου και η Εβραία. Την περίοδο 2007-2008 έλαβε μέρος στις παραγωγές Αΐντα, Μάκβεθ και Τουραντότ. Ως πρωταγωνιστής της Λυρικής Όπερας του Σικάγο, του Σαν Φρανσίσκο, του Χιούστον και του Ντάλλας έχει εμφανιστεί στις όπερες Μπόρις Γκουντούνωφ, Λουίζα Μίλλερ, Δύναμη του Πεπρωμένου, Τζιοκόντα, Αΐντα, Πουριτανοί, Υπνοβάτις και Λακμέ. Στη Σκάλα του Μιλάνου έχει εμφανιστεί στις όπερες Λουτσία, Ντον Τζιοβάννι, Λα Βεστάλε, Ριγκολέττο και Αλτσίνα. Στο Κόβεν Γκάρντεν του Λονδίνου έχει πρωταγωνιστήσει στις όπερες Μπόρις Γκουντούνωφ, 'Αννα Μπολένα, Γάμοι του Φίγκαρο και Λα Ντόνα ντε Λάγκο. Έχει εμφανιστεί στις όπερες Φλωρεντίας, Βενετίας, Ρώμης, Μπολόνια, Νάπολης, Μαδρίτης, Γένοβα, Μόντρεαλ, Μασσαλίας, Μπορντώ, Κολωνίας, 'Αμστερνταμ, Τόκυο, Μπουένος 'Αϊρες, Σάο Πάολο και Ρίο ντε Τζανέϊρο.Ως πρωταγωνιστής έχει συμπράξει με μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, όπως του Ζάλτσμπουργκ, του Μπρέγκετς, της Αιξ αν Προβάνς και του Γκλάιντμπορν. Ως συναυλιακός καλλιτέχνης έχει συμπράξει με τις Συμφωνικές Ορχήστρες του Σικάγο, του Κλήβελαντ, της Μινεσσότα, του Πίτσμπουργκ, του Σινσινάττι, του Μόντρεαλ, του 'Αμστερνταμ και του Παρισιού, υπό τη διεύθυνση διάσημων αρχιμουσικών όπως οι Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ, Τζέμς Κόνλον, Σαρλ Ντυτουά, Έντο ντε Βάαρτ, Ζούμπιν Μέτα, Μπέρναρντ Χάιτινκ, Τζέιμς Λιβάϊν, Τζουσέππε Πατανέ, Χέλμουτ Ρίλλινγκ, Γκέοργκ Σόλτι και Ρικάρντο Μούτι. Ο Δημήτρης Καβράκος έχει μόνιμη συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή και συχνές εμφανίσεις στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και το Φεστιβάλ Αθηνών. Έχει ακόμη συνεργαστεί με τις Κρατικές Ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης και την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΒΡΑΚΟΣ: Τριάντα χρόνια στη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης! (της Έφης Αγραφιώτη)

Dimitris Kavrakos Eugene Onegin

Dimitri Kavrakos in La Calunnia from Il barbiere di Siviglia, Rossini

Kern - Hammerstein II : SHOW BOAT, "Ol' Man River"

Dimitris Kavrakos Non più andrai Mozart

* Γιώργος Παππάς. 
Διαπρεπής σύγχρονος βαθύφωνος. Σπούδασε τραγούδι στο Εθνικό Ωδείο (με τη Μαρίκα Καλφοπούλου) και στις Μουσικές Ακαδημίες της Βιέννης και του Μονάχου. Υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο σε ηλικία 20 ετών στο Μύνστερ της πρώην Δυτικής Γερμανίας (και "ντεμπουτάρησε" ως Ραϋμόντο στη "Λουτσία"). Από τότε τραγούδησε σε περισσότερα από 70 κορυφαία Λυρικά Θέατρα του Κόσμου (Σκάλα Μιλάνου, Κόβεν Γκάρντεν, Μόναχο, Βιέννη, Ντύσσελντορφ, Στουτγάρδη, Κολωνία, Δουβλίνο, Γενεύη, Βασιλεία, Λωζάννη, Μπολώνια, Παλέρμο, Γένοβα, Τεργέστη, Ρώμη, Βενετία, Μασσαλία, Λυών, Στρασβούργο, Μπορντώ, Τουλούζη, Μαδρίτη, Λας Πάλμας, Καράκας, Σάο Πάολο, Φεστιβάλ Φινλανδίας, Πράγα, Τεχεράνη, Παρίσι, κ.λπ.). Κέρδισε συνολικά 7 διεθνή βραβεία, εκ των οποίων τα Α΄ βραβεία στους διεθνείς Διαγωνισμούς: "Βέρντι" της Πάρμας (από τους πιο φημισμένους Διαγωνισμούς της Υφηλίου), "Γενεύης" (1963), "Τουλούζης" (1966) και "Βερβιέ" (1966). Επίσης, βραβεία στους Διαγωνισμούς: "Μονάχου" (1963), "Βαρκελώνης" (1963) και "Πράγας" (1967). Ακόμα, τραγούδησε σε όλη την Ευρώπη ολόκληρο σχεδόν το κλασικό ρεπερτόριο του Ορατορίου, συνοδευόμενος από διάσημες Ορχ. και φημισμένους αρχιμουσικούς (Βόλφγκανγκ Σαβάλις, Κουρτ Μαζούρ, Καρλ Ρίχτερ, Ραφαέλ Φρύμπεκ ντε Μπούργκος, Λόβρο φον Μάτασιτς, κ.ά.). Έχει κάνει ηχογραφήσεις σε πολλούς ΡΣ της Ευρώπης. Το ρεπερτόριό του περιλαμβάνει δεκάδες ρόλους δραματικούς, αλλά και κωμικούς. Έχει τραγουδήσει όλο τον Βέρντι, τον Μότσαρτ και τον Ροσσίνι (!). Επίσης, ποικίλους ρόλους από τον Μοντεβέρντι και από το "μπελκάντο" ώς τον Μπετόβεν και τον Βάγκνερ. Πρωτοσυνεργάστηκε με την ΕΛΣ μετά τη Μεταπολίτευση του 1974, έχοντας έκτοτε συμμετάσχει σε πολλές παραγωγές της: "Μάκβεθ", "Ντον Τζιοβάννι", "Σταχτοπούτα", "Μια Ιταλίδα στο Αλγέρι", "Στέψη της Ποππαίας", "Φάουστ", "Ιούλιος Καίσαρ", "Ντον Κάρλο", κ.ο.κ. Παράλληλα, το 1976, ήταν από τους πρωτεργάτες για τη δημιουργία της Όπερας Θεσ/νίκης, τραγουδώντας πρωταγωνιστικούς ρόλους στις όπερες "Φιντέλιο", "Μαγικός Αυλός" και "Ο Κουρέας της Σεβίλλης", που παρουσιάστηκαν τότε στη συμπρωτεύουσα. Τέλος θαυμάζεται, εκτός των έξοχων φωνητικών και τεχνικών του προσόντων, για τη μοναδική εκτελεστική πιστότητα των πολλών και ανόμοιων "στυλ" που ερμηνεύει. Στους μαθητές των Σεμιναρίων του, η Έφη Δημητρέλου, κ.ά. Μετέχει στους ελλ. δίσκους: «Κασσάνδρα» του Γ. Σισιλιάνου (1985, «AETOΠΟΥΛΕΙΟ» 91005 LP) και «Εθνική Λυρική Σκηνή: Μοναδικές εκτελέσεις» (1987, «LYRA 3461/2 LP). Τέλος, το 1999 κυκλοφόρησε από τη «LYRA» ο διπλός δίσκος (με 38 άριες, τραγούδια και καντσονέτες) «George Pappas--40 Years Beldanto» ως αρμόζον Αφιέρωμα σε έναν καλλιτέχνη που τίμησε την Ελλάδα επί 4 δεκαετίες και συνεχίζει να την τιμά με τον καλύτερο τρόπο.


George Pappas, Ernani - Che mai vegg'io!...Infelice! e tuo credevi

GEORGE PAPPAS "Guerrieri! /Ah, del Tebro" Norma

GEORGE PAPPAS-ELLA GIAMMAI M'AMO-(DON CARLO)

GEORGE PAPPAS"In diesen heil'gen Hallen" from Mozart's Zauberflöte

* Ιουλία Τρούσσα 
Ελληνίδα υψίφωνος, πρωταγωνίστρια της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.Γεννήθηκε στο Βόλο και σπούδασε μουσική στο «Ωδείο Αθηνών» από το οποίο αποφοίτησε με άριστα και Α΄ βραβείο παμψηφεί. Με υποτροφία του Ι.Κ.Υ. συνεχίζει τις σπουδές της στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης, δίπλα στους διαπρεπείς καθηγητές Γιόζεφ Βιτ και Έρικ Βέρμπα.Η επιτυχής σταδιοδρομία της άρχισε στην Αυστρία, τη Γερμανία και την Ελβετία, ερμηνεύοντας ρόλους σε όπερες, καθώς και ορατόρια, λειτουργίες και λίντερ. Στην Αμερική εμφανίστηκε με μεγάλες ορχήστρες, όπως του Κολεγίου του Νιου Τζέρσεϋ, τη συμφωνική του Σινσιννάτι, καθώς και σε λυρικά θέατρα.Ως πρωταγωνίστρια της Λυρικής έχει ερμηνεύσει τα κύρια γυναικεία πρόσωπα σε παραστάσεις μελοδραμάτων του Βέρντι, του Μότσαρτ, του Γκουνώ, του Λεονκαβάλο, του Μασνέ, του Τσαϊκόφσκι, του Μπιζέ και του Σαμάρα. Ως σολίστ συνεργάστηκε με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, τη συμφωνική της Ε.Ρ.Τ., την ορχήστρα της Αγίας Πετρούπολης και τη συμφωνική της Σόφιας. Στην Κοστάντζα της Ρουμανίας τραγούδησε με ιδιαίτερη επιτυχία το «Ρέκβιεμ» του Βέρντι.Το 2000 τιμήθηκε με το «Μεγάλο Βραβείο Μουσικής» της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Είναι καθηγήτρια μονωδίας στο «Ωδείο Αθηνών» και στο Δημοτικό Ωδείο του Βόλου.


* Μαρία Κερεστετζή.
Γεννημένη το 1929 στην Αθήνα, μέχρι και το 1949 μεγαλώνει, ωριμάζει και μορφώνετε μουσικά, προετοιμαζόμενη να διαγράψει μια λαμπρή πορεία στον χώρο της Όπερας και του Λυρικού θεάτρου.Το 1949 την βρίσκουμε να μελετά στο Εθνικό Ωδείο, ενώ παράλληλα ξεκινά δειλά την καριέρα της συμμετέχοντας ως Χορωδός στην Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.Το 1952 ολοκληρώνει τις σπουδές της παίρνοντας τις ανώτατες διακρίσεις του Ωδείου, ενώ η Λυρική Σκηνή την υποδέχεται την ίδια χρονιά σαν πρωταγωνίστρια στον ρόλο της Santuzza στην Όπερα Cavalleria Rusticana.To 1953 έχει την ευκαιρία να συμμετέχει σε διαγωνισμό πρόσληψης νέων τραγουδιστών στην La Scala di Milano, όπου διακρίνεται, και αμέσως εντάσσεται στο δυναμικό αυτού του σπουδαίου Λυρικού Θεάτρου, ενώ για τα επόμενα δύο χρόνια συνεχίζει να μελετά τραγούδι.Το 1955 είναι σημαντική χρονιά για την νεαρή Μαρία, γιατί η Διεύθυνση της La Scala την εντάσσει στην ομάδα των πρωταγωνιστών της. Σαν αναγνωρισμένη, πλέον, soloist είναι η μοναδική Ελληνίδα Λυρική Τραγουδίστρια που συμμετέχει στην εναρκτήρια χρονιά του Φεστιβάλ Αθηνών, ερμηνεύοντας, την Ηλέκτρα στον Ιδομενέα του W. A. Mozart.To 1958 και πριν ακόμα ζήσει τα τριάντα πρώτα χρόνια της ζωής της, θριαμβεύει στην La Scala τραγουδώντας Pamina στον Μαγεμένο Αυλό του Mozart και πολλούς ακόμα ρόλους, ενώ γίνετε η επίσημη πρώτη αντικαταστάτρια της Callas και της Tebaldi σε όλες τις πρόβες των παραστάσεων τους.Τις χρονιές του ’56 και του ’57 σαν πρωταγωνίστρια της La Scala τραγουδά στο Αμβούργο και στο Λονδίνο, ενώ εμφανίζεται στην Μπολόνια και στο Κάλιαρι.Τιμημένη δύο φορές το 1955 και το 1957 με το μετάλλιο του Ιδρύματος Verdi, αποφασίζει το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς (1958) να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου η Εθνική Λυρική σκηνή την τιμά, δίνοντάς της την θέση της πρώτης Soprano μεταξύ των μονίμων συνεργατών της. Στην Σκηνή της Αθηναϊκής Όπερας δίνει και την τελευταία της παράσταση 1982.Σαν Prima-Soprano στην Αθηναϊκή Όπερα τραγούδησε τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε όπερες του Verdi (Nabucco, Ballo in Maschera, Simon Boccanegra, Aida, Otello), στην Gioconda του Ponchielli, Tosca (Rossini), Andrea Chenier (Giordano), Dama Picca (Tchaikovsky), Don Giovanni (Mozart), Orfeo (Gluck), Lohengrin (Wagner).Στις 7 Μαρτίου του 2002 παραδίδει την ψυχή της στο Θεό και τη μνήμη της σ’ εμάς τους Έλληνες που για άλλη μια φορά δεν σταθήκαμε άξιοι να την διατηρήσουμε ζωντανή.

[μουσικά πορτραίτα] ΜΑΡΙΑ ΚΕΡΕΣΤΕΝΤΖΗ-ΒΛΑΣΤΑΡΑΚΗ" (Δραματική Σοπράνο)(του Δημήτρη Κυπραίου) « TAR.gr 

Μαρια Κερεστετζη - Μια εξαιρετη δραματικη σοπράνο
Suicidio 1960 Live Radio Broadcast
S000980

* Γλαντζή Σούλα
Αξέχαστη δραματική σοπράνο της εποχής μας. Γεννήθηκε στο Λαύριο και πέθανε το 1988 στην Αθήνα. Πήρε το δίπλωμά της το 1947 από την Μάγγη Καρατζά στο Εθνικό Ωδείο. Αρχικά εμφανίστηκε ως μετζο-σοπράνο. Αργότερα, μελέτησε και με τον Χ. Παπαλάμπρου, που την έστρεψε στο δραματικό ρεπερτόριο. Απεφοίτησε με Α' βραβείο. Το 1957 έδωσε ακρόαση στην ΕΛΣ και τραγούδησε "Δύναμη του Πεπρωμένου" στο Δημοτικό Πειραιά, με μαέστρο τον Λεωνίδα Ζώρα. Αρχές του 1958 τραγούδησε "Τουραντό" και κατόπιν "Αΐντα". Τότε προσλήφθηκε ως μόνιμο στέλεχος της ΕΛΣ και στη διάρκεια της καριέρας της τραγούδησε πάνω από 30 ρόλους (σε δεκάδες παραστάσεων) όπως: "Τζιοκόντα", "Τόσκα", "Τροβατόρε", "Ερνάνη", «Ντον Τζιοβάννι», «Μεφιστόφελε», «Δύναμη του Πεπρωμένου», "Φεντόρα", «Αδριανή Λεκουβρέρ», "Χορό Μεταμφιεσμένων", "Μυστικό γάμο", "Σιμόνε Μποκκανέγκρα", "Τανχώυζερ", "Λόενγκριν", «Ιπτάμενο Ολλανδό», "Αντρέα Σενιέ", «Ο Μανδύας» («Ιλ Ταμπάρο»), "Καβαλλερία Ρουστικάνα", «Μάκβεθ», κ.λπ. καθώς και στα ελληνικά μελοδράματα "Κασσιανή" και "Κρίνο στ' ακρογιάλι" του Γ. Σκλάβου. Τραγούδησε στο Ηρώδειο "Άλκηστη" και "Ναμπούκο" (εξαιρετική Αμπιγκαέλ, με Ναβουχοδονόσορα τον διάσημο Άλντο Πρότι) και στη "Μήδεια" της Επιδαύρου (ως Γλαύκη, με τη μοναδική Μαρία Κάλλας στον επώνυμο ρόλο). Τραγούδησε επίσης "Κων/νο Παλαιολόγο" ("Δημήτρια" 1966), κ.λπ. Ηχογράφησε αρκετά κομμάτια με την Ορχ. της Ραδιοφωνίας και εμφανίστηκε επανειλημμένα στο Ισραήλ (σε Τελ-Αβίβ, Ιερουσαλήμ και Χάιφα), ερμηνεύοντας Αμπιγκαέλ («Ναμπούκο») και Αμέλια («Χορός μεταμφιεσμένων»).