Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

“ΕΡΑΤΩ ΨΑΛΤΡΙΑ”. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΥΡΙΚΟΙ 3


Στην Ελλάδα, για τους γνωστούς ιστορικούς λόγους, η λαϊκή αποδοχή της όπερας πραγματοποιήθηκε καθυστερημένα, η παρακμή ωστόσο συγχρονίστηκε με την ευρωπαϊκή. Ο θίασος του Ελληνικού Μελοδράματος, με ηγέτη τον Διονύσιο Λαυράγκα, ελληνόγλωσσος και ποιοτικός, πέτυχε στις δεκαετίες 1900-1920 ευρύτατη λαϊκή προσέγγιση, αλλά φυσικά, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στα σημεία των καιρών. Το 1938 ο ευφυέστατος Κωστής Μπαστιάς είχε αποκρυπτογραφήσει το «μήνυμα» και αγωνίστηκε όχι μόνο για τη δημιουργία Κρατικής Λυρικής Σκηνής, αλλά Λυρικής Σκηνής συγκεκριμένων στόχων. Οι στόχοι ένα τρίπτυχο: διεύρυνση και εκσυγχρονισμός ρεπερτορίου, αλλαγή καλλιτεχνικής προσέγγισης, θίασος πειθαρχικών πρωταγωνιστών (όχι ανένταχτων αστέρων). Επιχειρώντας να υλοποιήσει το δόγμα του, πρώτον, προσέλαβε ως φορείς της νέας νοοτροπίας, τον μαέστρο Βάλτερ Πφέφερ, τον σκηνοθέτη Ρενάτο Μόρντο και τον χορογράφο Σάσα Μάχωφ. Δεύτερον, αγνόησε τους δημοφιλείς πρωταγωνιστές του Ελληνικού Μελοδράματος και σχημάτισε ένα νεανικό θίασο από αριστούχους των ωδείων. Τρίτον, προσάρμοσε το ρεπερτόριο, τόσο για να διευκολύνει τον άπειρο θίασό του, όσο και για να αντλήσει από την πείρα των ηθοποιών του Εθνικού Θεάτρου, επιλέγοντας (αρχικά πιστεύω) οπερέτες ή ολιγοπρόσωπες όπερες (όπως η Μπατερφλάι).
Ο Μπαστιάς κατηγορήθηκε για αναλγησία απέναντι στους παλιούς πρωταγωνιστές του Ελληνικού Μελοδράματος, ακόμα και για επιλογές με πολιτικά κριτήρια. Το πρώτο, μέχρις ενός σημείου, είναι αλήθεια, καθώς ακόμα και αν δεν ήθελε να τους χρησιμοποιήσει, θα μπορούσε να εκφράσει την κρατική ευγνωμοσύνη για την προσφορά τους, με κάποια σύνταξη ή αργομισθία. Μια θέση, τέλος, στο Διοικητικό Συμβούλιο και ένα παράσημο, ασφαλώς θα ταίριαζαν στον γέροντα Διονύσιο Λαυράγκα. Διστάζω, ωστόσο, να χρεώσω την απόρριψη του μεγάλου βαρύτονου Γιάννη Αγγελόπουλου σε πολιτική προκατάληψη. Είναι γνωστό, ότι ο Μπαστιάς προστάτεψε τον Αιμίλιο Βεάκη (ομοϊδεάτη του Αγγελόπουλου) επιθετικά και αποτελεσματικά.
Η πρεμιέρα της Λυρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου με τη Νυχτερίδα του Γιόχαν Στράους (5 Μαρτίου 1940) υπήρξε θρίαμβος και σηματοδότησε μια νέα εποχή για την ελληνική λυρική τέχνη. Η νέα εποχή μετέθετε το κέντρο βάρους από την προσωπολατρία των πρωταγωνιστών στην κατά πλάτος και βάθος προσέγγιση ενός πολυσύνθετου έργου τέχνης.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής, ο Κωστής Μπαστιάς απομακρύνεται (Μάιος 1941), αλλά η Λυρική Σκηνή εξακολουθεί τις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες στο Εθνικό Θέατρο και στο κηποθέατρο της πλατείας Κλαυθμώνος (το καλοκαίρι), ενώ το τμήμα της οπερέτας δραστηριοποιείται στο Θέατρο Παρκ της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Από το 1943 ο θίασος εγκαθίσταται στο πρώτο Θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας, ενώ το 1944 αποκόπτεται από το Εθνικό Θέατρο και λειτουργεί αυτοτελώς, ως Εθνική Λυρική Σκηνή, με πρώτο γενικό διευθυντή τον Μανώλη Καλομοίρη.

Περίοδος ακμής
Σε γενικές γραμμές, οι διάδοχοι του Μπαστιά συνέχισαν το δόγμα του, αναθεωρώντας, ωστόσο, την ιδέα της παρθενογέννησης του θιάσου. Σταδιακά, το καλλιτεχνικό δυναμικό ενισχύθηκε τόσο από τον χώρο του Ελληνικού Μελοδράματος (ο τενόρος Πέτρος Επιτροπάκης, η σοπράνο1 Φραντσέσκα Νικήτα, οι βαρύτονοι Τίτος Ξηρέλλης και Τάκης Τουμπρής, ο βαθύφωνος Γεώργιος Μουλάς) όσο και από τον χώρο των επαναπατρισθέντων λόγω του πολέμου (οι τενόροι Αντώνιος Δελένδας και Λάμπρος Μαυράκης, η σοπράνο Μιρέιγ Φλερύ, ο βαρύτονος Ευάγγελος Μαγκλιβέρας). Οι άξιοι και έμπειροι αυτοί πρωταγωνιστές πλαισίωσαν αποτελεσματικά τα νέα αστέρια του θιάσου Μπαστιά: τις πριμαντόνες Μαίρη Καλογεροπούλου (Μαρία Κάλλας), Ζωή Βλαχοπούλου, Ζωζώ Ρεμούνδου, τη μέτζο-σοπράνο Κίτσα Δαμασιώτη, τον τενόρο Μιχάλη Κορώνη, τον βαρύτονο Ευάγγελο Βασιλάκη, τον μπάσο Πέτρο Χοϊδά.
Κατά την δεκαετία 1940-1950, πάντα στο πλαίσιο του δόγματος Μπαστιά, συνεχίζονται οι προσπάθειες ποιοτικής αναβάθμισης, αλλά και διεύρυνσης του ρεπερτορίου. Στυλοβάτες είναι οι νέοι μαέστροι Αντίοχος Ευαγγελάτος, Λεωνίδας Ζώρας και ο βετεράνος του Ελληνικού Μελοδράματος, Τότης Καραλίβανος. Το ρεπερτόριο ξεπερνάει το φράγμα των ιταλικών επιτυχιών και ξανοίγεται στον Μότσαρτ και στη γαλλική σχολή, ενώ το 1944 πρωτοδιδάσκεται στο Ηρώδειο ο Φιντέλιο του Μπετόβεν. Πρόκειται για παράσταση σταθμό, με θριαμβεύτρια την Μαίρη Καλογεροπούλου.
Ο θίασος συνδυάζει πια τον αρχικό ενθουσιασμό με αυτοπεποίθηση και ωριμότητα, ενώ σταδιακά ξεχωρίζουν έξι βασικοί πρωταγωνιστές. Είναι κατ' αρχάς ο τενόρος Αντώνιος Δελένδας, ένας καλλιτέχνης με έντονη προσωπικότητα, άφθαστη μουσικότητα και αντοχή. Κοντά του, ο πληθωρικός βαρύτονος Ευάγγελος Μαγκλιβέρας, χαϊδεμένος της γαλαρίας και άριστος ηθοποιός. Το ωραίο φύλο εκπροσωπείται από τις πριμαντόνες Μιρέιγ Φλερύ, Ζωή Βλαχοπούλου, aννα Ρεμούνδου και την εξαίρετη μέτζο-σοπράνο Κίτσα Δαμασιώτη. Η Μαίρη Καλογεροπούλου φεύγει στη Νέα Υόρκη το 1945 για να μεταμορφωθεί, το 1947, στην ένδοξη Μαρία Κάλλας. Σημαντική είναι και η προσφορά της σοπράνο Φανής Αϊδαλή, των βαρυτόνων Ευστρατίου και Τσουμπρή, των τενόρων Μαυράκη, Καλαϊτζάκη, Καζαντζή και του μπάσου Μουλά.
Παράλληλα, ο θίασος δραστηριοποιείται στον χώρο της οπερέτας: της βιενέζικης υπό τον Βάλτερ Πφέφερ, της ελληνικής υπό τον Τότη Καραλίβανο. Αναδεικνύονται η Ανθή Ζαχαράτου και η Λέλα Ζωγράφου, δύο λαμπρές «σταρ». Πρώην τενόροι της όπερας, ο Πέτρος Επιτροπάκης και ο Λύσσανδρος Ιωαννίδης τις πλαισιώνουν με ωραίες φωνές και σκηνική άνεση. Είναι μια περίοδος ακμής, με παρονομαστή μιαν αναμφισβήτητη ενότητα λυρικής έκφρασης. Πρόκειται για τον καρπό διαδικασίας μισού περίπου αιώνα, με ρίζες στην αθηναϊκή καντάδα και στην ελληνική οπερέτα. Πράγματι, οι πρώτοι μεγάλοι λυρικοί τραγουδιστές ξεπήδησαν από τον χώρο της καντάδας (Αποστόλου, Βακαρέλλης, Βλαχόπουλος κλπ) εισφέροντας έναν δυσπερίγραπτο αυθορμητισμό λαϊκής έκφρασης. Η έκφραση αυτή διατηρήθηκε ακόμα και από εκείνους που αργότερα σταδιοδρόμησαν στο εξωτερικό (Αγγελόπουλος, Επιτροπάκης, Μυλωνάς, Ξηρέλλης κ.λπ.). Οι ίδιοι τραγουδιστές έγιναν τα καλλιτεχνικά πρότυπα των επερχόμενων, αλλά και οι καθηγητές τους, στα ωδεία. Τα πράγματα δεν άλλαξαν με την έλευση της Ελβίρας ντε Ιντάλγκο που, αφού συνεργάστηκε με το Ελληνικό Μελόδραμα, δίδαξε στο Ωδείο Αθηνών. Το ισπανικό ταμπεραμέντο της την έφερνε πολύ πιο κοντά στην ανένταχτη ελληνική έκφραση, παρά στη μανιέρα και τη μαζική παραγωγή των ιταλικών ωδείων. Η ντε Ιντάλγκο δεν διέσπασε το αττικό λυρικό κλίμα αλλά εγκλιματίστηκε, εισφέροντας την πολύτιμη τεχνική της, μαζί με την αυτοπεποίθηση που ενέπνεε η έντονη προσωπικότητα και η ένδοξη καριέρα της.
Διεθνή ανοίγματα
Οι αντίξοες συνθήκες της δεκαετίας 1940-1950 (πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος) ευνόησαν την αττική λυρική εσωστρέφεια. Αντιθέτως, η δεκαετία 1950-1960 θα είναι μεταβατική. Οι δίσκοι μακράς διαρκείας (LP), το ραδιόφωνο, οι εύκολες σπουδές στο εξωτερικό, ακόμα και το Φεστιβάλ Αθηνών, άνοιξαν τις κερκόπορτες. Στα ωδεία, δίδασκαν πια καθηγητές με ευρωπαϊκή κουλτούρα, ενώ η Αθήνα γινόταν μεγαλούπολη.
Στη δεκαετία 1950-1960 ο θίασος ανανεώνεται, αναδεικνύει αστέρες διεθνούς προβολής και εγκαινιάζει μετακλήσεις από το εξωτερικό. Ο θάνατος του Ευάγγελου Μαγκλιβέρα, η αποχώρηση του Γεωργίου Μουλά, της Φραντζέσκας Νικήτα, του Λάμπρου Μαυράκη και η δεύτερη, διεθνής καριέρα της Μιρέιγ Φλερύ, εξισορροπούνται από λαμπρούς νέους καλλιτέχνες (ενδεικτικά: ο τενόρος Μιχάλης Χελιώτης, η μέτζο-σοπράνο Κική Μορφονιού) και από την ανάδειξη του μπάσου Πέτρου Χοϊδά. Ο τενόρος Λουδοβίκος Κουρουσόπουλος δείχνει ότι μπορεί να επωμισθεί το γενικό ρεπερτόριο του απερχόμενου Αντωνίου Δελένδα. Κάποια νέα ταλέντα αποχωρούν για να κατακτήσουν διεθνή φήμη (οι σοπράνο Μαρία Κερεστεντζή και Ρένα Γαρυφαλλάκη) ή τη διασημότητα (ο βαθύφωνος Νίκος Ζαχαρίου, ο βαρύτονος Κώστας Πασχάλης). Το ενδιαφέρον ανανεώνεται με μετακλήσεις και Ελλήνων λυρικών καλλιτεχνών. Ανάμεσά τους: ο μπάσος Νίκος Μοσχονάς και η μέτζο-σοπράνο Ελένη Νικολαΐδη από τη Νέα Υόρκη, οι τενόροι Ζαννής Καμπάνης και Γιώργος Κοκκολιός από την Ιταλία.
Το 1959 αναλαμβάνει εκ νέου τη γενική διεύθυνση της ΕΛΣ ο Κωστής Μπαστιάς, που σφραγίζει την εικοσαετία του δημιουργήματός του, με μια νέα περίοδο υψηλών στόχων και φρονήματος (με αποκορύφωση τις εμφανίσεις της Μαρίας Κάλλας στην Επίδαυρο). Τον «χρυσό αιώνα» Μπαστιά (1959-1964) ακολουθεί μια ικανοποιητική πορεία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μέχρι σήμερα, με φυσιολογικές καθιζήσεις και ανατάσεις και με διεθνίζοντα χαρακτηριστικά (κατάργηση της ελληνικής γλώσσας, υπέρτιτλοι, κατάχρηση μετακλήσεων, ελάττωση μόνιμων στελεχών). Δεν μπορούμε σήμερα να μιλάμε για ντόπια λυρική έκφραση και για λαϊκή προσέγγιση, αλλά για ποιοτική προσέγγιση και για κοινό ειδημόνων. Απόλυτη δικαίωση post mortem, του Κωστή Μπαστιά και του δόγματός του. Ευτυχώς ή δυστυχώς. ..

Ας δουμε μερικούς ακόμη πρωταγωνιστές αυτής της χρυσής εποχής.


* Ιωάννης Αποστόλου. 
Γεννήθηκε το 1860 ή 1863 στην Αθήνα. Τραγούδαγε από παιδί στη βασιλική χορωδία του Παλατιού, και σπούδασε στο Ωδείο της Αθήνας. Εργάστηκε αρχικά ως γραφέας στο Δικαστήριο της Αθήνας και στο Εθνικό τυπογραφείο, ενώ τραγουδούσε στους δρόμους της Αθήνας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1880 έγινε μέλος διαφόρων χορωδιών, μεταξύ άλλων και στη μουσική σχολή του Napoleon Lambelet, και υπό την διεύθυνση του τραγούδησε το 1888 στην όπερα του Ξύνδα ο Υποψήφιος βουλευτής που ανέβηκε από τον θίασο του Καζακουζηνού και ο Αποστόλου είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Στην παράσταση έπαιξε μαζί με τους Πετροζίνη, Μωραιτήνη και τη Θεανοπούλου. Το μελόδραμα αυτό ήταν η πρώτη παράσταση μελοδράματος στην Ελλάδα. Μετά την παράσταση αυτή ταξίδεψε στο Μιλάνο για να σπουδάσει και εκεί ολοκλήρωσε μαθήματα τενόρου. Αργότερα συνεργάστηκε με τον Σοτζόκιν δίνοντας την πρώτη του παράσταση στη Βενετία το 1890. Από τότε ανέβασε πολλές παραστάσεις κάνοντας το όνομα του διεθνώς γνωστό.Σύμφωνα με τον Ελληνικό τύπο της εποχής συγκαταλεγόταν στην πρώτη θέση των λυρικών καλλιτεχνών της Ιταλίας και ήταν περιζήτητος με παγκόσμια φήμη. Μάλιστα τον κάλεσε στην αυλή του και ο Ιταλός βασιλιάς Ουβέρτο για να τραγουδήσει για αυτόν. Τραγούδησε δύο περιόδους στην Σκάλα του Μιλάνου, στο Τορίνο, Νάπολι, Αθήνα, Πάτρα, Κάιρο, Αλεξάνδρεια και στην Οδησσό. Μερικά από τα γνωστά έργα που έπαιξε ήταν οι Μέδικοι, Τραβιάτα, Τόσκα, Βέρθερο και Μανόν. Στη Νάπολη συνεργάστηκε με τον Έλληνα τενόρο Χατζηλουκά που έκανε καριέρα στην Ιταλία.Πέθανε τον Οκτώβριο του 1904 στην Νάπολη της Ιταλίας, προετοιμαζόμενος για τη νέα του παράσταση, από ανακοπή καρδιάς. Ο Τύπος της εποχής αναφέρει ότι αιτία γι' αυτό ήταν η άτακτη ζωή που έκανε και οι καταχρήσεις.


 * Κωνσταντίνος Νικολάου (1870 - 1939).
Έλληνας βαθύφωνος του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1870. Σπούδασε στο Ωδείο της Αθήνας και πήγε στο Παρίσι, όπου αναδείχτηκε η σπάνια ποιότητα της φωνής του.Απεβίωσε στην Αθήνα το 1939.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου