Centre de Documentació i Museu de les Arts Escèniques
Επιμέλεια: Mina Dakou
Las mujeres y cuerdas
de la guitarra,
es menester talento
para templarlas.
Flojas no suenan,
y suelen saltar muchas
si las aprietan.
Seguidillas-Fernando Sor
Τις γυναίκες και τις χορδές
της κιθάρας,
μέγα ταλέντο χρειάζεσαι
να τις κουρδίσεις.
Χαλαρές δεν ηχούν
κι αν τις σφίξεις....
πολλές σπάνε.
Μετάφραση: M.D.
Sailboat at Le Petit-Gennevilliers, Claude Monet, 1874
Επιμέλεια: Kiriaki Chrysanidou
21?7/2014
Μια χαρούμενη παρέα που πλέει ανέμελα στο σούρουπο, ένα ακόμη ποίημα
του Paul Verlaine που εμπνέει τον Debussy και το πρώτο μέρος μιας
αγαπημένης σουίτας σαν ένας βαθύς μουσικός αναστεναγμός... κι όλα αυτά
αποτυπωμένα στον καμβά του Monet ..
Άλλος για τη βάρκα μας;
En bateau, Paul Verlaine
L'étoile du berger tremblote
Dans l'eau plus noire et le pilote
Cherche un briquet dans sa culotte.
C'est l'instant, Messieurs, ou jamais,
D'être audacieux, et je mets
Mes deux mains partout désormais !
Le chevalier Atys, qui gratte
Sa guitare, à Chloris l'ingrate
Lance une oeillade scélérate.
L'abbé confesse bas Eglé,
Et ce vicomte déréglé
Des champs donne à son coeur la clé.
Cependant la lune se lève
Et l'esquif en sa course brève
File gaîment sur l'eau qui rêve.
(από τη συλλογή ποιημάτων Fêtes galantes, 1869)
Aboard (Fêtes Galants: En Bateau) The shepherd’s star, it shivers, The steersman, in darker waters, Seeks fire in the depths of his trousers. Now’s the hour, Gentlemen, or never, To be daring, and you’ll discover My hands, from now on, all over! Atys, the knight, scratching at His guitar, on cool Chloris casts A glance, and a wicked one at that. The priest confesses poor Églé, And that Vicomte, in disarray, Prince of the Fields, gives his heart away. Meanwhile the moon sheds its glow On the skiff’s brief course below, Gaily riding the dream-like flow.
ΓΚΡΑΒΟΥΡΑ : "Ariel" , H. J. Townsend, British Museum
Επιμέλεια: Elpida Nousa
24/10/2014
24 Οκτώβρη! και μια μέρα σαν τη σημερινή του 1851 ο βρετανός
αστρονόμος Ουίλιαμ Λάσελ ανακάλυψε τον τέταρτο δορυφόρο του πλανήτη
Ουρανού ,που του έδωσε το όνομα Αριήλ ή Άριελ,παίρνοντας έμπνευση από
τον ομώνυμο ήρωα στο Σαιξπηρικό θεατρικό :
"The Tempest"
Πρωταγωνιστής του έργου είναι ο Πρόσπερος,έκπτωτος Δούκας του
Μιλάνου,εξόριστος σ'ένα νησί που συνδιαλέγεται με αόρατες δυνάμεις και
εξουσιάζει στοιχεία της φύσης. Ανάμεσά τους κι ένα ξωτικό,αγαθό μα
ικανότατο πνεύμα ο Αριήλ,υπηρετεί πιστά τον Πρόσπερο, αφού εκείνος τον
είχε σώσει όταν παγιδεύτηκε στον κορμό ενός δέντρου από τη μάγισσα
Σύκοραξ.
Από τη "Τρικυμία",έχουν εμπνευστεί αρκετοί συνθέτες. Ξεχωρίζω τις συνθέσεις του Πέρσελ και του Σιμπέλιους.
Ανάμεσά τους,επιλέγω να καλημερίσω με την ΤΡΙΚΥΜΙΑ του Πέρσελ και το όμορφο, μελωδικό "τραγούδι του Άριελ",με τίτλο :
"Dry Those Eyes"
"Dry those eyes which are o'erflowing, All your storms are o'erblowing. While you in this isle are biding, You shall feast without providing, Ev'ry dainty you can think of, Ev'ry wine that you can drink of, Shall be yours and want shall shun you, Ceres' blessing too is on you."
Sibelius, “Pohjolas’ s Daughter”, Symphonic Poem Γράφτηκε το 1906 και η πρεμιέρα του δόθηκε στη Αγία Πετρούπολη του ίδιου χρόνου στο Mariinsky Theatre με τον ίδιο στο πόντιουμ.
Είναι εμπνευσμένο από την Kalevala , που είναι επική ποίηση του 19ου
αι. καταρτισμένη από τον Elias Lönnrot , από στοιχεία της φινλανδικής
και καρελικής (ρωσική δημοκρατία Καρέλια) λαϊκής παράδοσης και
μυθολογίας, αποτελείται από 22,795 στίχους και είναι μοιρασμένο σε 50 ποιήματα –runot. Ο Σιμπέλιους συνέθεσε το Σ. Ποίημα πάνω στον 8ο ρούνο (runo).
Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Väinämöinen, ο ακλόνητος γέρος με
τη λευκή γενειάδα, καλπάζοντας σε σκοτεινό τοπίο εντοπίζει την
πανέμορφη κόρη Pohjola που κάθεται πάνω σ ένα ουράνιο τόξο και υφαίνει
με χρυσαφένια κλωστή. Ο Väinämöinen της ζητά να πάει μαζί του, η
όμορφη κόρη όμως θέτει μερικούς όρους, μεταξύ των οποίων να καταφέρει να
δέσει ένα αυγό με αόρατους κόμπους και το κυριότερο, να φτιάξει μια
βάρκα από τα θραύσματα της ρόκας της. Ο Väinämöinen μέσω της μαγείας
καταφέρνει μερικά, αλλά τελικά εξουδετερώνεται από τα κακά πνεύματα όταν
προσπαθεί να χτίσει το σκάφος και τραυματίζει τον εαυτό του με ένα
τσεκούρι. Εγκαταλείπει τις προσπάθειές του και συνεχίζει το ταξίδι του
μόνος..
Σε στυλ ροκοκό ο πίνακας του Watteau...κατάφυτο τοπίο ...θεσπέσια χρώματα, φτερωτοί Έρωτες, Ζέφυροι και ευτυχισμένοι προσκυνητικοί ταξιδευτές έτοιμοι να επιβιβαστούν για ένα "Ταξίδι στα Κύθηρα",που στην πραγματικότητα είναι ταξίδι στον Έρωτα, στη Φύση, στην Ελευθερία...στο Νόημα της Ζωής!!!!
Επιμέλεια: Elpida Nousa
19/11/2014
"Ταξίδι στα Κύθηρα"
Σαν το πουλί περίχαρη πετούσε και η καρδιά μου
κι ελεύτερη τριγύριζεν ανάμεσα απ' τα ξάρτια.
Κάτου απ' τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι
σα μεθυσμένος άγγελος από λαμπρότατο ήλιο.
Το μαυρονήσι ποιο είν' αυτό το θλιβερό; Μας είπαν:
— Τα Κύθηρα· των τραγουδιών η φημισμένη χώρα,
των γεροντοπαλίκαρων η χιλιοπατημένη
παράδεισο· και μ' όλα αυτά φτωχή του η γη, για κοίτα!
Για τα γλυκά τα μυστικά, για όσες γιορτές γιορτάζει,
νησί, η καρδιά, να! της αρχαίας το φάντασμα Αφροδίτης
απάνου από τα κύματά σου υπέρκαλο αρμενίζει,
γιομίζοντας τους λογισμούς λαγγέματα και αγάπες.
Ωραίο νησί με τις χλωμές μυρτιές, μυριανθισμένο,
κι απ' όλα τα έθνη δοξαστό στων αιώνων τους αιώνες,
που σ' εσέ φέρνουν οι καρδιές τ' αναστενάσματά τους,
σαν της λατρείας το λιβάνι απάνου από 'να κήπο
ρόδων ή σαν περιστεριού παντοτινό το βόγγο!
Τα Κύθηρα δεν ήταν πια παρά χωράφι χέρσο
και μια ερημιά κακοτοπιά που την αναταράζαν
στριγγιές φωνές. Μα ξάνοιγα παράξενο εκεί κάτι.
Ναοί δεν ήταν που ίσκιωνα τα δεντρολίβανα, όπου
η νέα ιέρεια των ανθών η ερωτεμένη ερχόταν
με το κορμάκι από κρυφές φωτοκαμένο φλόγες,
σε φόρεμα μισανοιγμένο από διαβάτρες αύρες.
Μα να! Καθώς πλευρώνοντας άκρη-άκρη το ερμονήσι,
ξαφνίζαμε και τα πουλιά με τ' άσπρα τα πανιά μας,
που ήταν είδαμε στητή κρεμάλα από τρεις κλάδους·
ξεχώριζε μαυριδερή σα να ήταν κυπαρίσσι.
Όρνια άγρια στο ταΐνι τους σκαρφαλωμένα απάνου
με λύσσα τρώγανε ώριμο πια κάποιον κρεμασμένο·
και το καθένα φύτευε τη βρωμερή του μύτη,
χώνοντάς τη, σα σύνεργο, παντού μέσ' στη σαπίλα.
Τρύπες τα μάτια του, κι απ' την αδιάντροπη κοιλιά του
βαριά τ' άντερα χύνονταν απάνου στα μηριά του,
κι από γλυκάδες βδελυρές χορτάτοι οι δήμιοί του,
δέρνοντάς τον, ολότελα τον είχαν ευνουχίσει.
Κάτου στα πόδια του αγριμιών ζηλιάρικα κοπάδια,
με μούρες ανασηκωτές, γυρίζαν τριγυρίζαν,
και ζώο πιο μεγαλόκορμο στη μέση τους κουνιούνταν
από τους παραστάτες του τριγυριστός, ο μπόγιας.
Στα Κύθηρα που κάθισες, παιδί ουρανού πανώριου,
αμίλητος υπόμενες βρισιές, χτυπιές, ω φρίκη!
για να πλερώσεις άτιμες λατρείες σου κι αμαρτίες
που σου το απαγορέψανε το μνήμα.
Ω κρεμασμένε
ρεζιλεμένε, οι συφορές σου, οι συφορές σου, και όταν
είδα να ρεύει το κορμί σου, αιστάνθηκα ως απάνου
στα δόντια μου, σαν εμετός, να μου ξανανεβαίνει
των πόνων του παλιού καιρού το φαρμάκι, ποτάμι.
Μπροστά σ' εσέ, φτωχέ άμοιρε και πόσο αγαπημένε!
όλα τα ράμφη αιστάνθηκα των που τρυπούν κοράκων
και που πονούν, και τα σαγόνια των παρδάλεων όλα
που άλλοτε τόσο ορέγονταν τη σάρκα μου να τρίβουν.
— Ωραίος ήταν ο ουρανός και η θάλασσα καθρέφτης,
για μένα αιματοσπάραχτα μαύρα στο εξής τα πάντα,
και να! την είχα, αλίμονο! σα σε χοντρό σουδάρι
σ' αυτό το παραμάντεμα θαμμένη την καρδιά μου.
Δεν ηύρα στο νησί σου ορθό, Αφροδίτη, ή μια κρεμάλα,
ένα σημείο, και κρέμοταν η εικόνα μου από κείνη.
Το θάρρος και τη δύναμη, Θεέ μου, ν' αντικρύσω
το σώμα μου και την καρδιά μου δίχως ν' αηδιάσω.
(Κ.Μπωντλαίρ-μετ.Κ.Παλαμάς)
Από τον πίνακα του Watteau εμπνεύστηκε το 1904 ο Ντεμπισί το λυρικότατο και ατμοσφαιρικό "Ιsle joyeuse-ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ".Το πραγματικό νησί είναι η νήσος Jersey, στην οποία ο Debussy δραπέτευσε το καλοκαίρι του 1904 με την Emma Bardac,το νησί του έρωτα ,το νησί της χαράς,για το ζευγάρι!
Το ακούμε στην πιανιστική του εκδοχή από τα μαγικά χέρια του Marc-Andre Hamelin,του κατεξοχήν Ντεμπισιακού ερμηνευτή :
Claude Debussy (1862-1918) (France) L'Isle joyeuse,...
Το "Ταξίδι στα Κύθηρα" γίνεται και ταινία από τον Θ.Αγγελόπουλο,τη μουσική της οποίας υπογράφει η Ελένη Καραϊνδρου.Ανεξάντλητος ο ωκεανός λυρισμού!Ας απολαύσουμε την Καμεράτα,που διευθύνει ο Αλ.Μυράτ και τη χορωδία ο Α.Κοντογεωργίου.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά Τά "πίστεψέ με" και τα "μή" Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από τούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ" Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
Σκηνική Καντάτα του Γιώργου Κουρουπού
Το Μονογραμμα σε απαγγελια Θεοδωρακη - Ηλιοπούλου.
Από την παραγωγή της Μetropolitan opera της Ν.Υόρκης το 1916. Από
αριστερά προς τα δεξιά, ο Giussepe de Luca(Zurga),Frieda
Hempel(Leila),Enrico Caruso (Nadir).
Απεικόνιση από την πρεμιέρα στη Σκάλα του Μιλάνου το 1886 (Final scene of act 1)
Georges BIZET (25 Οκτωβρίου 1838—3 Ιουνίου 1875)
Σαν σήμερα
γεννήθηκε στο Παρίσι ο Γάλλος συνθέτης που είναι γνωστός στο ευρύτερο
μουσικόφιλο κοινό από την όπερα “Κάρμεν”.Ωστόσο ο Μπιζέ έγραψε και άλλες
όπερες και πλήρη σκηνικά έργα απο τα οποία σώζονται συνολικά 14.Στο
πλαίσιο της κωμικής όπερας έγραψε τόσο ζωντανά έργα που έγινε πρόδρομος
του βερισμού του 19ου αιώνα.
OPERA “LES PECHEURES DE PERLES”
(Αλιείς μαργαριταριών)
Είναι η πρώτη όπερα του συνθέτη,σε 3 πράξεις,που έγραψε σε ηλικία 18
χρόνων,φοιτητής στο Conservatoire στο Παρίσι.,πάνω σε λιμπρέτο των Μισέλ
Καρρέ και Εζέν Κορμόν.Εκείνος που επηρέασε την πορεία του νεαρού
συνθέτη ήταν ο Γκουνό,φίλος και μέντορας του.Από αυτόν διδάχτηκε την
καθαρότητα της μελωδικής γραμμής και την πλούσια ηχοχρωματικά
ενορχήστρωση στα οπερατικά του έργα.Μάλιστα το έργο του Μπιζέ εγκωμίασε
και ο σύγχρονος του Έκτορ Μπερλιόζ,που ήταν και είναι γνωστός για τις
ενορχηστρωτικές του δυνατότητες.
Στο πλαίσιο του “Εξωτισμού”η
ιστορία των ψαράδων μαργαριταριών είχε αρχικά τοποθετηθεί στο
Μεξικό,αλλά στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Κευλάνη τα πολύ παλιά χρόνια.
Σύμφωνα με την υπόθεση του έργου ο ψαράς μαργαριταριών Ναδίρ και ο
αρχηγός των ψαράδων Ζουργκά,κάποτε ορκίστηκαν να απαρνηθούν τον έρωτα
τους για την ίδια γυναίκα την Βραχμάνα ιέρεια Λεϊλά,για χάρη της φιλίας
τους.Η Λεϊλά όμως ανταποκρίνεται στον έρωτα του Ναδίρ και η φιλία
θριαμβεύει.Ο Ζουργκά σώζει την ζωή των δύο εραστών καταστρέφοντας τον
εαυτό του.
Η όπερα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 30 Σεπτεμβρίου 1863 στο λυρικό θέατρο των Παρισίων.
To ντουέτο Nadir- Zurga,ύμνος στην ανδρική φιλία."Au fond du temple saint