Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

WAGNER-PARSIFAL









Richard Wagner: PARSIFAL 1-3 full opera movie
Πάρσιφαλ (όπερα) - Βικιπαίδεια
Ο Παρσιφαλ ειναι η τελευταια, κατα χρονολογικη σειρα, ρομαντικη οπερα σε τρεις πραξεις, σε λιμπρετο και μουσικη του Ριχαρντ Βαγκνερ.

..ο ιδιος λεει:


  "... την Μεγάλη Παρασκευή ξύπνησα και βρήκα τον ήλιο να λάμπει έντονα για πρώτη φορά σ' αυτό το σπίτι: ο μικρός κήπος ήταν φωτεινός με το πράσινό του, τα πουλιά τραγουδούσαν, και επιτέλους μπορούσα να καθίσω στην οροφή και να απολαύσω την πολυπόθητη ειρήνη με το μήνυμα της υπόσχεσης. Γεμάτος από αυτό το συναίσθημα, ξαφνικά θυμήθηκα ότι η μέρα ήταν Μεγάλη Παρασκευή και επανέφερα στο νου μου τη σημαντικότητα που υποτίθεται ότι είχε αυτός ο οιωνός όταν διάβαζα το "Parzival" του Βόλφραμ φον Έσενμπαχ. Από την παραμονή μου στο Μαρίενμπαντ [το καλοκαίρι του 1845], όπου εμπνεύστηκα τους "Αρχιτραγουδιστές"[5] και τον "Λόενγκριν", δεν ασχολήθηκα ποτέ ξανά μ' εκείνο το ποίημα. Τώρα οι ευγενείς του δυνατότητες με χτύπησαν με συντριπτική δύναμη, και από τις σκέψεις μου για τη Μεγάλη Παρασκευή συνέλαβα γρήγορα ένα ολόκληρο δράμα, από το οποίο με γρήγορες πινελιές έκανα ένα σκετς, διαιρώντας το σε τρεις πράξεις"
Βασίζεται αόριστα στο ομόηχο έπος Parzival του Βόλφραμ φον Έσενμπαχ, του μεσαίωνα (13ος αιώνας) και το οποίο εξιστορεί τα περί του ομώνυμου Αρθουριανού ιππότη Πέρσιβαλ και την αναζήτησή του για το Άγιο Δισκοπότηρο. Μετά τον Πάρσιφαλ, ο Βάγκνερ ήθελε να συνθέσει μια όπερα με θέμα τον Ιησού Χριστό, δεν πρόλαβε όμως γιατί πέθανε.
Ο Βάγκνερ συνέλαβε το έργο τον Απρίλιο του 1857 αλλά δεν το ολοκλήρωσε παρά 25 χρόνια αργότερα. Αυτή έμελλε να ήταν η τελευταία ολοκληρωμένη όπερα του Βάγκνερ και στην οποία ο συνθέτης εκμεταλλεύτηκε τα πλεονεκτήματα της ακουστικής της Όπερας του Μπαϊρόιτ. Ο "Πάρσιφαλ" παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο δεύτερο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ το 1882. Το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ διατήρησε το μονοπώλιο στις παραγωγές του "Πάρσιφαλ" μέχρι το 1903, όταν η όπερα παρουσιάστηκε στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης.
Ο Βάγκνερ προτιμούσε να περιγράφει τον "Πάρσιφαλ" όχι ως όπερα αλλά ως "φεστιβαλικό έργο για τον καθαγιασμό της σκηνής". Στο Μπαϊρόιτ έχει προκύψει μία παράδοση σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει χειροκρότημα μετά την πρώτη πράξη της όπερας. Η γραφή του τίτλου από τον Βάγκνερ ως "Πάρσιφαλ" (Parsifal) αντί για "Πάρτσιφαλ" (Parzival), τίτλος που χρησιμοποιούσε μέχρι το 1877, οφείλεται σε μία εσφαλμένη ετυμολογία του ονόματος Πέρσιβαλ (Percival), κατά την οποία υποτίθεται ότι το όνομα είχε αραβική προέλευση συνδυάζοντας δύο λέξεις: το "φαλ" (Fal) που σημαίνει "αγνός" και το "παρσί" (Parsi) που σημαίνει «αγαθός». Η εκδοχή αυτή του ονόματος ταίριαζε και στην πλοκή της όπερας, αφού ο Πάρσιφαλ ήταν «αγνός» και «αγαθός».
Πρώτη Πράξη

Πάρσιφαλ του Χέρμαν Χέντριχ
Σκηνή 1
Σ' ένα δάσος κοντά στο κάστρο Μονσαλβάτ, όπου στεγάζεται το Άγιο Δισκοπότηρο και οι Ιππότες του, ο Γκούρνεμαντς, ο γηραιότερος Ιππότης του Δισκοπότηρου, ξυπνά τους νέους μαθητευόμενούς του και τους οδηγεί στον τόπο της πρωινής προσευχής. Καθ' οδόν βλέπει τον Αμφόρτας, τον βασιλιά των Ιπποτών του Δισκοπότηρου, και τη συνοδεία του να πλησιάζει. Ο Αμφόρτας έχει τραυματιστεί από την ιερή του λόγχη και η πληγή του δεν θα επουλωθεί.
Ο Γκούρνεμαντς ρωτά τον επικεφαλής ιππότη για την κατάσταση της υγείας του βασιλιά. Ο ιππότης λέει ότι ο βασιλιάς υπέφερε κατά τη διάρκεια της νύχτας και ότι πηγαίνει νωρίς για να κάνει το ιαματικό του λουτρό στην ιερή λίμνη. Οι μαθητευόμενοι ζητούν από τον Γκούρνεμαντς να τους εξηγήσει από τι τραυματίστηκε ο βασιλιάς και αν μπορεί να θεραπευθεί. Ο Γκούρνεμαντς αποφεύγει να απαντήσει, όταν ξαφνικά μία άγρια γυναίκα, η Κούντρι, καταφτάνει έφιππη σε άθλια κατάσταση. Δίνει στον Γκούρνεμαντς ένα φιαλίδιο που περιέχει βάλσαμο από την Αραβία, για να απαλύνει τον πόνο του βασιλιά, και εξαντλημένη λιποθυμά.
Ο βασιλιάς Αμφόρτας φτάνει μεταφερόμενος σε φορείο από τους Ιππότες του Δισκοπότηρου. Ζητάει να δει έναν ιππότη, του οποίου η προσπάθεια για την ανακούφιση του πόνου του βασιλιά είχε αποτύχει. Του είπανε ότι ο ιππότης έχει φύγει ξανά για να βρει ένα καλύτερο φάρμακο. Ο βασιλιάς λέει ότι η αναχώρηση χωρίς άδεια ("Ohn' Urlaub?") είναι το είδος παρορμητικότητας που οδήγησε τον ίδιο στο βασίλειο του Κλίνγκσορ και στην πτώση του. Δέχεται το ελιξίριο από τον Γκούρνεμαντς και προσπαθεί να ευχαριστήσει την Κούντρι, αλλά αυτή απαντάει βιαστικά ότι το ευχαριστώ δεν θα τον βοηθήσει και τον προτρέπει να κάνει το μπάνιο του.
Η πομπή του βασιλιά φεύγει. Οι μαθητευόμενοι κοιτούν την Κούντρι με δυσπιστία και της κάνουν ερωτήσεις. Μετά από μία σύντομη ανταπάντηση, η Κούντρι μένει σιωπηλή. Ο Γκούρνεμαντς τούς λέει ότι η Κούντρι έχει βοηθήσει συχνά τους Ιππότες του Δισκοπότηρου και ότι έρχεται και φεύγει απρόβλεπτα. Όταν ο ίδιος την ρωτά γιατί δεν μένει να βοηθήσει, αυτή του απαντά: "Εγώ ποτέ δεν βοηθώ!" ("Ich helfe nie!"). Οι μαθητευόμενοι σκέφτονται ότι είναι μάγισσα και την χλευάζουν προκαλώντας την να βρει την Ιερή Λόγχη. Ο Γκούρνεμαντς αποκαλύπτει ότι η πράξη αυτή προορίζεται για κάποιον άλλο. Αναφέρει ότι ο Αμφόρτας ήταν ο φύλακας της λόγχης, αλλά την έχασε όταν παραπλανήθηκε από μία ακαταμάχητα ελκυστική γυναίκα στο κάστρο του Κλίνγκσορ. Ο Κλίνγκσορ άρπαξε τη λόγχη και την κάρφωσε στον Αμφόρτας. Από τότε αυτή η πληγή προκαλεί στον Αμφόρτας τόσο πόνο όσο και ντροπή και ποτέ δε θα θεραπευτεί από μόνη της.
Δύο μαθητευόμενοι που επιστρέφουν από το λουτρό, λένε στον Γκούρνεμαντς ότι το βάλσαμο της Κούντρι ανακούφισε τον βασιλιά. Οι μαθητευόμενοι του Γκούρνεμαντς τον ρωτούν εάν έχει γνωρίσει τον Κλίνγκσορ. Αυτός τους λέει πώς η Ιερή Λόγχη, η οποία πλήγωσε τον Ιησού στο Σταυρό, μαζί με το Άγιο Δισκοπότηρο, στο οποίο χύθηκε το αίμα του Ιησού, είχαν σταλεί στο Μονσαλβάτ για να τα φρουρούν οι Ιππότες του Δισκοπότηρου, υπό την ηγεσία του Τίτουρελ, πατέρα του Αμφόρτας. Ο Κλίνγκσορ ήταν και αυτός ιππότης αλλά καθώς δεν μπορούσε να βγάλει τις αμαρτωλές σκέψεις από το μυαλό του, κατέφυγε σε αυτο-ευνουχισμό, προκαλώντας την αποβολή του από το τάγμα. Τότε ο Κλίνγκσορ έθεσε τον εαυτό του αντίπαλο του βασιλείου του Δισκοπότηρου, έμαθε σκοτεινές τέχνες και γεμίζοντας το βασίλειό του με όμορφες λουλουδοκόρες παρασέρνει τους άσωτους Ιππότες του Δισκοπότηρου. Εκεί ήταν που ο Αμφόρτας έχασε την Ιερή Λόγχη, την οποία κράτησε ο Κλίνγκσορ και τώρα μηχανεύεται να πάρει και το Δισκοπότηρο. Και συνεχίζοντας, ο Γκούρνεμαντς λέει ότι ο Αμφόρτας είχε αργότερα ένα ιερό όραμα που του είπε να περιμένει «έναν που από άγνοια και συμπόνοια» ("Durch Mitleid wissend, der reine Tor") θα θεράπευε τελικά την πληγή.
Η πρωταγωνίστρια Τερέζα Μαλτέν υποδύεται την Κούντρι.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ακούγονται κραυγές από τους Ιππότες ("Weh! Weh!"): κάποιος κυνηγός σκότωσε έναν κύκνο κι ένας άγνωστος νεαρός άνδρας παρουσιάζεται με τόξο στο χέρι του και φαρέτρα με βέλη. Ο Γκούρνεμαντς επιπλήττει αυστηρά το νεαρό και του λέει ότι εδώ είναι ιερός τόπος. Στη συνέχεια τον ρωτάει απερίφραστα αν σκότωσε τον κύκνο κι εκείνος υπερήφανος του απαντά πως ό,τι πετάει μπορεί να το χτυπήσει ("Im Fluge treff' ich was fliegt!"). Ο Γκούρνεμαντς τον ρωτάει τι του έφταιξε ο κύκνος και δείχνει στο νεαρό το άψυχο σώμα του ζώου. Νιώθωντας τύψεις, ο νέος σπάει το τόξο του και το πετά στην άκρη. Ο Γκούρνεμαντς τον ρωτάει γιατί είναι εδώ, ποιος είναι ο πατέρας του, πως βρήκε αυτό το μέρος και, τέλος, ποιο είναι το όνομά του. Σε κάθε ερώτηση ο νέος απαντά: "Δεν ξέρω". Ο Ιππότης στέλνει τους ακολούθους του να βοηθήσουν το βασιλιά και ζητά από τον νεαρό να του πει τι ξέρει. Εκείνος του απαντά ότι η μητέρα του λεγόταν Herzeleide (γερμ. Λύπη), και ότι το τόξο το είχε κατασκευάσει μόνος του. Η Κούντρι που τους έχει ακούσει, τους λέει ότι ο πατέρας αυτού του αγοριού ήταν ο Γκάμουρετ, ένας ιππότης που σκοτώθηκε σε μάχη, κι ότι η μητέρα του παλικαριού είχε απαγορεύσει το γιο της να χρησιμοποιεί ξίφος, φοβούμενη ότι θα έχει την ίδια μοίρα με τον πατέρα του. Ο νεαρός λέει ότι όταν είδε ιππότες να περνούν μέσα από το δάσος του, εγκατέλειψε το σπίτι του και τη μητέρα του για να τους ακολουθήσει. Η Κούντρι γελάει και λέει στο νεαρό ότι είδε τη μητέρα του να πεθαίνει από τη θλίψη της. Ο νέος ακούγοντάς το κάνει ένα άλμα προς την Κούντρι αλλά πέφτει σε θλίψη. Η Κούντρι με τη σειρά της νιώθει κουρασμένη κι εκφράζοντας την επιθυμία της να μη ξυπνήσει ποτέ, πέφτει για ύπνο κι εξαφανίζεται στη χαμηλή βλάστηση του δάσους. Ο Γκούρνεμαντς ξέρει ότι το Άγιο Δισκοπότηρο οδηγεί μόνο τους ευσεβείς στο Μονσαλβάτ και προσκαλεί τον νέο να παρευρεθεί στην τελετουργία του Δισκοπότηρου. Ο νεαρός δεν ξέρει τι είναι το Δισκοπότηρο αλλά παρατηρεί ότι καθώς περπατάνε, φαίνεται ότι κινείται ελάχιστα. Ο Γκούρνεμαντς λέει ότι σ' αυτό το βασίλειο, ο χρόνος γίνεται χώρος ("Zum Raum wird hier die Zeit"). Ένα ορχηστρικό ιντερλούδιο οδηγεί στη Σκηνή 2.
Φτάνουν στην Αίθουσα του Δισκοπότηρου, όπου οι Ιππότες συγκεντρώνονται για να λάβουν τη Θεία Κοινωνία ("Zum letzten Liebesmahle"). Ακούγεται η φωνή του Τίτουρελ που λέει στο γιο του, Αμφόρτας, να αποκαλύψει το Δισκοπότηρο. Ο Αμφόρτας νιώθοντας ντροπή και οδύνη ("Wehvolles Erbe, dem ich verfallen") που ως θεματοφύλακας των ιερών αντικειμένων υπέκυψε στον πειρασμό και έχασε τη Λόγχη, δηλώνει ανάξιος του αξιώματός του. Αναφωνάζοντας ζητάει συγχώρεση ("Erbarmen!") αλλά ακούει μόνο την υπόσχεση της μελλοντικής λύτρωσης από τον άγνωστο που θα έλθει. Ακούγοντας τον Αμφόρτας, ο νεαρός φαίνεται να υποφέρει μαζί του κρατώντας την καρδιά του. Οι ιππότες και ο Τίτουρελ ωθούν τον Αμφόρτας να αποκαλύψει το Δισκοπότηρο ("Enthüllet den Gral") και ο Αμφόρτας τελικά ενδίδει. Η σκοτεινή αίθουσα λούζεται στο φως και οι Ιππότες κάθονται να δειπνήσουν. Ο Γκούρνεμαντς παροτρύνει το νεαρό να συμμετάσχει, αλλά αυτός εκστασιασμένος μένει αμέτοχος. Ο Αμφόρτας δεν κοινωνεί και, προς το τέλος της τελετής, καταρρέει από τον πόνο. Σιγά-σιγά οι ιππότες φεύγουν από την αίθουσα αφήνοντας μόνους τον νέο με τον Γκούρνεμαντς, ο οποίος ρωτά το νεαρό αν έχει καταλάβει αυτό που είδε. Καθώς ο νεαρός δεν μπορεί να απαντήσει, ο Γκούρνεμαντς τον αφήνει να φύγει και τον στέλνει έξω με την προειδοποίηση να κυνηγήσει χήνες αν πρέπει, αλλά να αφήσει ήσυχους τους κύκνους. Τότε ακούγεται μία φωνή από ψηλά να επαναλαμβάνει την υπόσχεση "ένας που από άγνοια και συμπόνοια".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου