Panagiotis Karousos is a renowned Greek-Canadian composer who brings to his music the philosophy and spiritualism of the Greek classics. His Symphony No.1 “Liberty”, was presented in Canada and New York with great success with the Astoria Symphony and maestro Silas Nathaniel Huff. He did many concerts in Canada with his Liberty Symphony, and Symphony No.2 “Olympic” with the FACE Symphony Orchestra, the OSJL-L Symphony Orchestra and the Monteregie Symphony Orchestra under the direction of maestros Andre Gauthier, Theodora Stathopoulos and Luc Chaput. The Piano Concerto for Peace was presented with pianist Nathalie Joncas under UNESCO auspices in the Montreal Popular Concerts series in Montreal’s Maurice Richard Arena to an audience of 5000 people. The Suite Montrealaise was commended from the City of Montreal to mark the Millennium. The Olympic Flame choir was presented with the Symphony Orchestra and the Choir of Gunst wat'n Kunst at Hague, Holland, with maestro Rafael Pylarinos. P. Karousos Violin Concerto was presented in New York, under the direction of maestro Grant Gilman. The opera Alexander the Great presented in Montreal at the Montreal Notre Dame Basilica, in Chicago Illinois with the American Symphony Orchestra of Chicago and conducted by David Stech, in North Carolina Theatre with East Coast Philharmonic and soloists under the direction of Grant Gilman, and in Toronto at P.C. Ho Theater Cultural Center of Toronto with the Sneak Peak Symphony Orchestra of Toronto University and soloists under the direction of maestro Victor Cheng. The opera Prometheus represented in Los Angeles, in New York with the Astoria Symphony and soloists, and in Washington DC with The District of Columbia Symphony Orchestra. In 2013 he did major presentations of Prometheus in Ancient Greek Theaters (Epidaurus, Messina, Ancient Agora), and the National Archeological Meseum of Greece. In 2014 Prometheus presented with bass Vasilis Asimakopoulos in the United Nations and in Mamie Fay auditorium of New York under the auspices of UNESCO. His Symphony No.4 “Earth” premiered in 2014 with City of Athens Symphony Orchestra under the direction of maestro Eleftherios Kalkanis. In 11 December 2014 he presented in Athens Greece his "Tuba Concerto" dedicated to the International Mountain Day Under the Auspices of United Nations.
Die Heimkehr , 1887 Arnold Böcklin (1827–1901) Private collection
Επιμέλεια: Kiriaki Chrysanidou
2/2/2016
Ένα από τα ομορφότερα πρελούδια του Rachmaninoff, εμπνευσμένο από τον
πίνακα "Die Heimkehr" [The Homecoming / H επιστροφή] του Ελβετού
ζωγράφου Arnold Böcklin. Ο αγαπημένος Sviatoslav Richter το ερμηνεύει με
περίσσεια ευαισθησία.
The Mystical Nativity, [Η Μυστική Γέννηση] Sandro Botticelli, (1500-1501) λάδι σε καμβά Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο
Επιμέλεια: Kiriaki Chrysanidou
26/12/2015
~ O Gerald Finzi ξεκίνησε να επεξεργάζεται αυτό τον κύκλο τραγουδιών
για υψηλή φωνή και έγχορδα στη δεκαετία του 1920, αλλά δεν τον
ολοκλήρωσε μέχρι το 1939. Είναι γνωστό πως ο Finzi ήταν ένας ιδιαίτερα
αδηφάγος αναγνώστης (η βιβλιοθήκη του αριθμούσε πάνω από 3.000 βιβλία),
με ένα ευρύ ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία.
~ H καντάτα “Dies
Natalis” αποτελείται από πέντε μέρη και στηρίζεται σε ποιητικά κείμενα
του Αγγλικανού κληρικού και ποιητή Thomas Traherne (1637-1674), του
οποίου η γραφή παρουσιάζει μια ισχυρή μεταφυσική πλευρά. Τα τέσσερα
ποιήματα που επέλεξε ο Finzi εκφράζουν τις άμεσες πρώτες σκέψεις ενός
νεογέννητου μωρού, αν κάποιος βέβαια μπορεί να δεχθεί πως βρέφος μπορεί
να αναπτύξει βαθιές φιλοσοφικές σκέψεις. Υπάρχει μια υπόνοια πως
αυτές είναι οι σκέψεις του Ιησού γι' αυτό και κάποιος μπορεί να
ισχυριστεί πως το έργο του Finzi είναι μια χριστουγεννιάτικη καντάτα.
~ Η πρεμιέρα του έργου έγινε το 1940 και τα φωνητικά μέρη τραγουδήθηκαν
από τη σοπράνο Elsie Suddaby. Η πρώτη ηχογράφηση έγινε με την Αγγλίδα
σοπράνο Joan Cross, ωστόσο στις μετέπειτα ηχογραφήσεις χρησιμοποιήθηκαν
κυρίως τενόροι.
Σήμερα διάλεξα να ακούσουμε τη 2η ηχογράφηση του
έργου με τον τενόρο Wilfred Brown, υπό τη διεύθυνση του γιού του Gerald
Finzi , Christopher. Η βιογράφος του συνθέτη περιγράφει την ερμηνεία του
Brown ως “...μεταξύ των κορυφαίων (ερμηνειών): Ευφυής, ποιητική..”.
1. "Intrada" : Το εισαγωγικό μέρος που θέτει το στοχαστικό ύφος του
έργου και μας συστήνει μοτίβα σημαντικά για το φωνητικό τμήμα που
ακολουθεί στο 2ο μέρος.
2. "Rhapsody" (Recitativo stromentato):
Ένα εκτεταμένο ρετσιτατίβο στο γνώριμο μελωδικό ύφος του συνθέτη κι ένα
κείμενο που εκφράζει την αντίληψη του νεογέννητου για τον κόσμο. Τον
θεωρεί ως έναν εμφανή παράδεισο.
[“All appeared new, and strange
at first, inexpressibly rare and delightful and beautiful. All things
were spotless and pure and glorious.”]
3. "The Rapture" (Danza): Η
απόλυτη χαρά του να είσαι ζωντανός εκφράζεται μέσα από λόγια
θριαμβευτικά και από μια ισχυρή χορευτική μελωδία που εμπνεύστηκε ο
Finzi παρατηρώντας τη “Μυστική Γέννηση” του Botticelli στην Εθνική
Πινακοθήκη του Λονδίνου καθώς και κάποιους σκαλιστούς αγγέλους στην
March Church στην περιοχή Fenland της Αγγλίας.
[“O heavenly Joy! O great and sacred blessedness Which I possess! So great a joy Who did into my arms convey? From God above Being sent, the gift doth me enflame, To praise His Name.”]
4. "Wonder" (Arioso): Σε αυτό το μέρος αποτυπώνεται η έκπληξη του
βρέφους καθώς αντιλαμβάνεται τη Θεότητα που κρύβεται μέσα σε όλα, ακόμη
και μέσα στο ίδιο.
[“How like an angel came I down! How bright are all things here! When first among His works I did appear O how their glory me did crown! The world resembled His Eternity In which my soul did walk;”]
5. "The Salutation" (Aria): Ένα τραγούδι που ρέει με το ύφος ενός
χορωδιακού του Bach, εισάγοντας μια αίσθηση μυστηρίου καθώς το
νεογέννητο μωρό αρχίζει να αντιλαμβάνεται το θαύμα της Δημιουργίας και
να στοχάζεται τον σκοπό της ύπαρξής του.
[“A gift from God I take, the earth, the seas, the light, the lofty skies, The sun and stars are mine: if these I prize. A stranger here, strange things doth meet, strange glory see, Strange treasures lodged in this fair world appear, Strange, all, and new to me.”]
Η θάλασσα· πως έγινε έτσι η θάλασσα; Άργησα χρόνια στα βουνά. με τύφλωναν οι πυγολαμπίδες. Τώρα σε τούτο τ’ ακρογιάλι περιμένω ν’ αράξει ένας άνθρωπος ένα υπόλειμμα, μια σχεδία.
Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα; Ένα δελφίνι την έσκισε μια φορά κι ακόμη μια φορά η άκρη του φτερού ενός γλάρου.
Κι όμως ήταν γλυκό το κύμα όπου έπεφτα παιδί και κολυμπούσα κι ακόμη σαν ήμουν παλικάρι καθώς έψαχνα σχήματα στα βότσαλα, γυρεύοντας ρυθμούς, μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος. «Εγώ είμαι ο τόπος σου. ίσως να μην είμαι κανείς αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις».
"Dover Beach" Matthew Arnold, (1822-1888), Samuel Barber
Γαλήνια είναι απόψε η θάλασσα. Φουσκώνει η παλίρροια, το φεγγάρι ολόγιομο στέκει Πάνω απ’ τα στενά· στη Γαλλική ακτή το φως Τρεμοφέγγει και χάνεται· οι βράχοι της Αγγλίας απότομα ορθώνονται, Αχνά φωτισμένοι και απέραντοι στον ήρεμο κόλπο. ΄Ελα στο παράθυρο, είναι γλυκός ο βραδινός αέρας! Moνάχα, από την μακριά γραμμή του αφρού, ΄Οπου το πέλαγο σμίγει τη λευκασμένη απ’ τη σελήνη γη ΄Ακου! Τον τραχύ ορυμαγδό Από τα βότσαλα που τα κύματα σέρνουν, και με ορμή πετούν, Στον απόμακρο γιαλό επιστρέφοντας. Αρχίζουν, σταματούν, κι αρχίζουν μετά πάλι, Και με τρεμάμενες συγχορδίες χαμηλώνοντας, φέρνουν Της λύπης την αιώνια μουσική.
Ο Σοφοκλής πριν από αιώνες Την άκουσε στο Αιγαίο, στο νου του φέρνοντας Την θολή φυρονεριά και πλημμυρίδα Της δυστυχίας της ανθρώπινης· κι εμείς Μιαν ιδέα της βρίσκουμε Στον ήχο που ακούμε σε τούτη τη μακρινή βόρεια θάλασσα.
Η θάλασσα της πίστης Ήταν κι αυτή κάποτε σε πλήρη έξαρση, κι αγκάλιαζε τις ακτές της γης Σαν τις πτυχές λαμπρής γιρλάντας. Όμως τώρα ακούω μόνο Τη μελαγχολία της, μακρύ βουητό που αποτραβιέται, Υποχωρεί, στην ανάσα Του βραδινού ανέμου, πέρα στις αχανείς σκοτεινές άκρες Και στα γυμνά τρόχαλα του κόσμου.
Ω, αγάπη μου, ας είμαστε αληθινοί Ο ένας με τον άλλον! Γιατί ο κόσμος που φαίνεται Να απλώνεται μπροστά μας σαν γη ονείρων, Τόσο ποικιλμένος, τόσο όμορφος, τόσο καινούριος, Δεν έχει πραγματικά μήτε χαρά, μήτε αγάπη, μήτε φως, ή βεβαιότητα, Ούτε ειρήνη, ούτε βοήθεια στον πόνο. Και είμαστ’ εδώ σαν σε σκοτεινιασμένο κάμπο Που τον σαρώνουν μπερδεμένα συνθήματα για αγώνα ή για φυγή, Όπου ανίδεοι στρατοί χτυπιούνται τη νύχτα.
"The Music Makers", είναι μια Ωδή του E. Elgar για κοντράλτο ή μέτζο
σοπράνο, χορωδία και ορχήστρα, που γράφτηκε το 1912 μετά από παραγγελία
του Birmingham Festival. (Για το ίδιο φεστιβάλ συνέθεσε τα έργα: "Dream
of Gerontius", "The Apostles", και το "The Kingdom").
Είναι
γραμμένο πάνω στην "Ωδή" (1874) του Arthur O’Shaughnessy, η οποία δεν
έχει θρησκευτικό θέμα όπως τα θέματα των προηγούμενων έργων του Έλγκαρ.
Εδώ απεικονίζονται οι μουσικοί, ή οι καλλιτέχνες και όχι μόνο ηγέτες του
κόσμου και δημιουργικές δυνάμεις, αλλά όπως λέει το ποιητής,
“world-losers and world-forsakers, forever and ever.”
Σε
ρομαντικό ύφος, είναι ημι αυτοβιογραφικό και περιλαμβάνει πολλά
αποσπάσματα παλιότερων έργων που τον έκαναν διάσημο. Π.χ. στη λέξη
dreams παραθέτει ένα θέμα από το "The Dream of Gerontius", στη λέξη sea-
breakers από το "Sea Pictures". Επίσης από τις 2 Συμφωνίες του, το
κονσέρτο για βιολί, από το Αίνιγμα και Παραλλαγές, Rule, Britannia &
La Marseillaise. Η πρεμιέρα του δόθηκε στο Birmingham Triennial Music
Festival το 1912 με τον ίδιο στο πόντιουμ και την Muriel Foster
(κοντράλτο).
London: Novello & Co., 1912. Original 8vo edition. .
Υπογεγραμμένο,, "Edward Elgar, Hereford, Vasa House 1927
Arthur O’Shaughnessy
"Ωδή"
We are the music-makers, And we are the dreamers of dreams, Wandering by lone sea-breakers, And sitting by desolate streams; World-losers and world-forsakers, On whom the pale moon gleams: Yet we are the movers and shakers Of the world for ever, it seems.
With wonderful deathless ditties We build up the world's great cities, And out of a fabulous story We fashion an empire's glory: One man with a dream, at pleasure, Shall go forth and conquer a crown; And three with a new song's measure Can trample an empire down.
We, in the ages lying In the buried past of the earth, Built Nineveh with our sighing, And Babel itself in our mirth; And o'erthrew them with prophesying To the old of the new world's worth; For each age is a dream that is dying, Or one that is coming to birth.
We are the music-makers, A breath of our inspiration Is the life of each generation A wondrous thing of our dreaming Unearthly, impossible seeming... The soldier, the king, and the peasant Are working together in one, Till our dream shall become their present, And their work in the world be done.
They had no vision amazing Of the goodly house they are raising; They had no divine foreshowing Of the land to which they are going: But on one man's soul it hath broken, A light that doth not depart; And his look, or a word he hath spoken, Wrought flame in another man's heart.
And therefore today is thrilling With a past day's late fulfilling; And the multitudes are enlisted In the faith that their fathers resisted, And, scorning the dream of to-morrow, Are bringing to pass, as they may, In the world, for its joy or its sorrow, The dream that was scorned yesterday.
With our dreaming and singing, Ceaseless and sorrowless we! The glory about us clinging Of the glorious futures we see, Our souls with high music ringing; O men! It must ever be That we dwell in our dreaming and singing, A little apart from ye.
For we are afar with the dawning And the suns that are not yet high, And out of the infinite morning Intrepid you hear us cry… How, spite of your human scorning, Once more God's future draws nigh, And already goes forth the warning That ye of the past must die.
Great hail! we cry to the comers From the dazzling unknown shore; Bring us hither your sun and your summers; And renew our world as of yore; You shall teach us your song's new numbers, And things that we dreamed not before: Yea, in spite of a dreamer who slumbers, And a singer who sings no more. We are the music-makers, And we are the dreamers of dreams. Arthur O'Shaughnessy
Childe Hassam - The Sonata A young lady playing on a piano Kansas City:Nelson Atkins Museum of Art (USA)
Επιμέλεια: De Profundis Ya
18/9/2014
Reiner Maria Rilke: "Άσκηση στο Πιάνο"
Μια κούραση φέρνει το δείλι. Ζουνίζει το καλοκαίρι • αυτή αναπνέει το δροσερό της ρούχο ζαλισμένη και στης παρτιτούρας το κέντρο αποθέτει την ανυπομονιά κάποιας πραγματικότης,
που μπορούσε σήμερα το βράδυ, αύριο να φτάσει, που ήταν ίσως εκεί, που κιόλας την έκρυβε κάποιος. Κι από τα παραθύρια ψηλά σε δεσπόζουσα στάση υποδέχτηκε άξαφνα το χαϊδεμένο της πάρκο.
Σταμάτησε τότε, σταυρώνοτας τα χέρια κύταξε μακριά κι ένα βιβλίο ζήταγε που δεν είχε άκρια, μα έδιωξε πάλι με μιας το μυριστικό γιασεμί θυμωμένη.. Τόνοιωθε σαν πληγή.
Λουκιανός (150 μ.Χ), Goethe, Paul Dukas, Disney και … Μαθητευόμενος Μάγος. "The Sorcerer's Apprentice", είναι Συμφωνικό Ποίημα του PAUL DUKAS, σύνθεση του 1896-97 και είναι βασισμένο στο ομότιτλο ποίημα του Goethe, “Der Zauberlehrling”.
Το έργο του DUKAS ήταν ήδη αγαπητό, έγινε όμως πασίγνωστο στο ευρύ κοινό από τη «Φαντασία» του Disney (1940), όπου ο Mickey Mouse κάνει τον μαθητευόμενο μάγο. Την Philadelphia Orchestra διευθύνει ο Leopold Stokowski.
* Ο Μαθητευόμενος Μάγος του GOETHE, για να τελειώσει γρήγορα τη δουλειά του με το κουβάλημα του νερού, μαγεύει τη σκούπα για να κάνει τη δουλειά αντ΄αυτού. Το αποτέλεσμα είναι η πλημμύρα, επειδή δεν θυμάται τα μαγικά λόγια για να σπάσει το ξόρκι. Το ξόρκι το σπάει ο μάγος όταν επιστρέφει.
Ο Γκαιτε εμπνεύστηκε το ποίημά του από την τελευταία ιστορία από το έργο του Λουκιανού "Φιλοψευδής ή Απιστών", που σατιρίζει τα ψέματα, τις δεισιδαιμονίες και τους εύπιστους.
* Στον ΛΟΥΚΙΑΝΟ, ο μαθητευόμενος μάγος είναι ο Ευκράτης και ο μάγος είναι ο Παγκράτης. Ο Ευκράτης διηγείται στο σπίτι του το περιστατικό σε φίλους, με συνομιλητή τον Τυχιάδη.
Φανταστικό πορτραίτο του Λουκιανού του 17ου αιώνα,
του William Faithorne.
Η ιστορία του Λουκιανού: Ευκράτης: "Αλλ' εγώ θα σας διηγηθώ και κάτι άλλο, το οποίον συνέβη εις εμέ, δεν το ήκουσα από άλλον ίσως δε και συ, Τυχιάδη, άμα το ακούσης θ' αναγκασθής ν' αναγνωρίσης την αλήθειαν της ιστορίας. Όταν κατά την νεότητά μου ευρισκόμην εις την Αίγυπτον όπου με είχε στείλει ο πατέρας μου διά να σπουδάσω, [.....]
Κατ'
αρχάς δεν εγνώριζα ποίος ήτον (αναφέρεται στον Παγκράτη τον μάγο) αλλ'
όταν το πλοίον μας άραξε και τον έβλεπα να κάνη πολλά άλλα θαυμάσια και
να ιππεύη τους κροκοδείλους και να κολυμβά ομού με αυτούς, οι δε
κροκόδειλοι να τον φοβούνται και να σείουν προς αυτόν την ουράν, ενόησα
ότι ήτο κάποιος άγιος άνθρωπος. Του έκαμα πολλά φιλοφρονήματα, ολίγον δε
κατ' ολίγον εγίναμεν φίλοι και οικείοι, ούτως ώστε μου έλεγεν όλα του τα μυστικά.
Επί τέλους δε μ' έπεισε ν' αφήσω όλους μου τους υπηρέτας εις την Μέμφιδα, να τον ακολουθήσω δε μόνος, διότι, ως μου έλεγε, δεν θα εστερούμεθα ανθρώπων διά να μας υπηρετούν. Και
του λοιπού εζήσαμεν ως εξής• άμα εφθάναμεν εις κανέν πανδοχείον,
έπαιρνε τον μοχλόν της θύρας, την σκούπαν ή το γουδοκόπανον, το ένδυνε
με φορέματα και με μίαν επωδήν το έκανε να περιπατή και να φαίνεται ως
άνθρωπος. Αυτό επήγαινε κ' έφερνε νερόν, εψώνιζε κ' εσιγύριζε και μας
έκανε παντός είδους υπηρεσίας εις την εντέλειαν όταν δε δεν είχαμεν
πλέον ανάγκην υπηρεσίας, με άλλην επωδήν έκανε πάλιν την σκούπαν σκούπαν
και το γουδοχέρι γουδοχέρι. Το
πράγμα μου εκίνει μεγάλην περιέργειαν, αλλά δεν κατώρθονα να τον πείσω
να μου μάθη πώς έκανεν αυτάς τας μεταμορφώσεις. Μολονότι εις τα άλλα δεν
μου έκρυπτε τίποτε, δι' αυτό ήτο πολύ ζηλότυπος. Αλλά μίαν ημέραν
κρυφθείς εις σκοτεινόν μέρος ήκουσα την επωδήν, ήτο δε τρισύλλαβος. Και
αυτός μεν ανεχώρησεν εις την αγοράν παραγγείλας εις το γουδόχερον τι
έπρεπε να κάμη. Εγώ δε την επιούσαν, ενώ εκείνος ευρίσκετο εις την
αγοράν διά ν' αγοράση κάτι τι, επήρα το γουδοκόπανον και το ένδυσα και
αφού είπα τας τρεις συλλαβάς, το διέταξα να φέρη νερόν. Αφού δ' εγέμισε μίαν στάμναν και την έφερε, του είπα• Παύσε
να κουβαλής νερόν και γίνου πάλιν γουδόχερον αυτό όμως δεν μου
υπήκουσε, αλλ' εξηκολούθει να κουβαλή νερόν, έως ου έκαμε το σπίτι
λίμνην. Εγώ ευρεθείς εις αμηχανίαν — διότι εφοβούμην
μήπως ο Παγκράτης επιστρέψη και θυμώσει, όπως και έγινε — επήρα αξίνην
και έκοψα τον κόπανον εις δύο• αλλ' αντί ενός έγιναν τότε δύο οι
νεροφόροι. Εν τω μεταξύ τούτω έφθασε και ο Παγκράτης και εννοήσας τι
είχε γίνει, τους μεν υδροφόρους έκαμε πάλιν ξύλα, όπως ήσαν προ της
επωδής, αυτός δε έπειτα ανεχώρησε κρυφίως, δεν γνωρίζω που. Και τώρα, είπεν ο Δεινόμαχος, γνωρίζεις τουλάχιστον να κάνης άνθρωπον το γουδόχερον; Κατά το ήμισυ, απήντησεν ο Ευκράτης• διότι δεν 'μπορώ να το επαναφέρω εις την αρχικήν του κατάστασιν, αφού άπαξ γίνη υδροφόρος και θα πλημμυρίση το σπίτι από νερά.
Εικονογράφηση, περίπου το 1882 του F. Barth για το ποίημα του Goethe Der Zauberlehrling
Για τους γερμανομαθείς το ποίημα του Johann Wolfgang von Goethe: “Der Zauberlehrling”
Hat der alte Hexenmeister sich doch einmal wegbegeben! Und nun sollen seine Geister auch nach meinem Willen leben! Seine Wort' und Werke merkt' ich, und den Brauch, und mit Geistesstärke tu ich Wunder auch.
Walle, walle, manche Strecke, dass zum Zwecke Wasser fliesse, und mit reichem, vollem Schwalle zu dem Bade sich ergiesse!
Und nun komm, du alter Besen! Nimm die schlechten Lumpenhüllen Bist schon lange Knecht gewesen: nun erfülle meinen Willen! Auf zwei Beinen stehe, oben sei der Kopf, eile nun, und gehe mit dem Wassertopf!
Walle, walle, manche Strecke, dass zum Zwecke Wasser fliesse, und mit reichem, vollem Schwalle zu dem Bade sich ergiesse.
Seht, er läuft zum Ufer nieder! Wahrlich! ist schon an dem Flusse, und mit Blitzesschnelle wieder ist er hier mit raschem Gusse. Schon zum zweiten Male! Wie das Becken schwillt! Wie sich jede Schale voll mit Wasser füllt!
Stehe! Stehe! Denn wir haben deiner Gaben Vollgemessen! Ach, ich merk' es! Wehe! Wehe! Hab' ich doch das Wort vergessen!
Ach, das Wort, worauf am Ende er das wird, was er gewesen! Ach, er läuft und bringt behende! Wärst du doch der alte Besen! Immer neue Güsse bringt er schnell herein, Ach, und hundert Flüsse stürzen auf mich ein!
Nein, nicht länger kann ich's lassen, will ihn fassen, das ist Tücke! Ach, nun wird mir immer bänger! Welche Miene! Welche Blicke!
O, du Ausgeburt der Hölle! Soll das ganze Haus ersaufen? Seh' ich über jede Schwelle doch schon Wasserströme laufen. Ein verruchter Besen! der nicht hören will! Stock, der du gewesen, steh doch wieder still!
Willst's am Ende gar nicht lassen? Will dich fassen, will dich halten, und das alte Holz behende mit dem scharfen Beile spalten.
Seht, da kommt er schleppend wieder! Wie ich mich nur auf dich werfe, gleich, o Kobold, liegst du nieder! Krachend trifft die glatte Schärfe. Wahrlich, brav getroffen! Seht, er ist entzwei! Und nun kann ich hoffen, und ich atme frei!
Wehe! Wehe! Beide Teile steh'n in Eile schon als Knechte völlig fertig in die Höhe! Helft mir, ach ihr hohen Mächte!
Und sie laufen! Nass und nässer wird's im Saal und auf den Stufen, Welch entsetzliches Gewässer! Herr und Meister, hör' mich rufen! Ach, da kommt der Meister! Herr, die Not ist groß! Die ich rief, die Geister, werd' ich nun nicht los.
„In die Ecke Besen, Besen! Seids gewesen, denn als Geister ruft euch nur zu seinem Zwecke erst hervor der alte Meister!”