Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ




Caravaggio, "Narcissus" gazing at his own reflection (1594-96), oil on canvas, Galleria Nazionale d' Arte Antica


Επιμέλεια: De Profundis Ya
 17/1/2015


Όταν πέθανε ο ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, η λίμνη της ηδονής του μετατράπηκε από μια κοιλότητα με γλυκά νερά σε μια κοιλότητα με αλμυρά δάκρυα, και οι Ορειάδες έφτασαν κλαίγοντας μέσα από τα δάση για να τραγουδήσουν στη λίμνη και να την παρηγορήσουν.
Κι όταν είδαν ότι η λίμνη είχε μετατραπεί από μια κοιλότητα με γλυκά νερά σε μια κοιλότητα με αλμυρά δάκρυα, χαλάρωσαν τους πράσινους βοστρύχους των μαλλιών τους και κραύγασαν και είπαν στη λίμνη: "Δεν μας ξαφνιάζει που πενθείς έτσι τον Νάρκισσο, τόσο όμορφος που ήταν".
"Μα ήταν όμορφος ο Νάρκισσος"; είπε η λίμνη.
"Ποιος το ξέρει αυτό καλύτερα από σένα;" απάντησαν οι Ορειάδες. "Πέρναγε συνέχεια από μπροστά μας αλλά εσένα έψαχνε, και ξάπλωνε στις όχθες σου και σε κοιτούσε, και στον καθρέφτη των νερών σου αντανακλούσε την ομορφιά του.
Κι η λίμνη απάντησε: "Εγώ όμως αγαπούσα τον Νάρκισσο γιατί, όσο ήταν ξαπλωμένος στις όχθες μου και με κοιτούσε, στον καθρέφτη των ματιών του έβλεπα να αντανακλάται πάντα η δική μου ομορφιά".

OSCAR WILDE, "The Disciple", το τρίτο από τα πεζά του ποιήματα.

*
Η προφητεία του Τειρεσία έλεγε: "Θα ζήσει ως τα βαθιά γεράματα αρκεί να μη δει ποτέ το πρόσωπό του"..
*
Για πρώτη φορά ο όρος "ναρκισσισμός" χρησιμοποιήθηκε από τον Freud το 1910.
*


ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ "ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ"
 
Απόψε αγάπησα τα μάτια μου,
κοιτώντας τα μες στον καθρέφτη:

να ’ταν το φως, που, μες στην κάμαρα,
τόσο λεπτά κι ανάερα πέφτει;

Nα ’ταν το ρόδο το απριλιάτικο,
που το ’χα βάλει στη γωνία,
να μην το δω να παραδίνεται
στη βραδινή την αγωνία;

Να ’ταν, αλήθεια, το τριαντάφυλλο,
που ξεψυχούσε στο ποτήρι,
– ή κάποιοι πόθοι που με παίδευαν,
και που είχαν απομείνει στείροι;…

Το ρόδο που ’σβηνε, το πάθος μου,
το παραθύρι που δεν κλείνω,
– ή μήπως επειδή σε κοίταξαν
τόσο πολύ, το βράδυ εκείνο;


ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟΝ ΝΑΡΚΙΣΣΟ

NICHOLAS TCHEREPIN, μουσική για τα Ballet Russes, με κοστούμια, σκηνογραφία και λιμπρέτο του Léon Bakst και χορογραφία του Michel Fokine. Πρεμιέρα: 26 Απριλίου 1911, Théâtre de Monte Carlo, Monaco


Τα υπόλοιπα μέρη:
https://www.youtube.com/watch?v=oCV856iFSbE&spfreload=10
https://www.youtube.com/watch?v=Rp_xheL8VyM&spfreload=10
https://www.youtube.com/watch?v=qm9KoyYv0tg&spfreload=10
https://www.youtube.com/watch?v=EmsjAMWvYAE&spfreload=10
https://www.youtube.com/watch?v=xvN062WS0kQ&spfreload=10
https://www.youtube.com/watch?v=J-DDsVHZcrg&spfreload=10
https://www.youtube.com/watch?v=Bp6zZEsBb30&spfreload=10
https://www.youtube.com/watch?v=529HEoSL-c0&spfreload=10




Nicolas Poussin, Echo and Narcissus, 1630, oil on canvas, Musée du Louvre

 



 Alexandre Cabanel, Echo, 1874, Metropolitan Museum of Art


GLUCK: 
Όπερα του W.Gluck, με λιμπρέτο του Louis-Théodore de Tschudi.
Η πρεμιέρα της δόθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1779 στην Όπερα του Παρισιού. Ο Gluck την αναθεώρησε άλλες δύο φορές, το 1780 και 1781. Παίχτηκε λίγες φορές, αλλά το 1987 ο René Jacobs αναβίω
σε την αναθεωρημένη εκδοχή (η πρώτη χάθηκε, εκτός από το λιμπρέτο) το 1987 στο Φεστιβάλ του Schwetzingen.
Εδώ υπάρχει happy end, κερδίζει ο Έρωτας με την επανένωση του Νάρκισσου με την Ηχώ.

René Jacobs, Live recording in 1987, at the Schwetzingen Festival.




Gyula Benczur, "Narcissus", 1881, Hungarian National Gallery


ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ "ΟΜΙΛΕΙ Ο ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ"
 
Κρίνοι περίλυποι, ώ αδελφοί, από ομορφιά εγώ λιώνω,
γιετί πολύ την ίδια σας επόθησα τη γύμνια,

και προς εσάς, ω Νύμφες, Νύμφες των πηγών,
τα μάταια δάκρυα μου έρχομαι μες στη σιωπή να δώσω,
γιατί οι ύμνοι του ήλιου σβήνουνε!

Έφθασε, να, η εσπέρα.
Νιώθω τα χόρτα τα χρυσά ν΄αυξάνουν στο άγιο θάμπος
και τον καθρέφτη της υψώνει η επίβουλη σελήνη,
αν, απ' τη νύχτα που έφθασε, η γυμνή πηγή έχει σβήσει.
Έτσι, ριχτός μέσα σ΄αυτά τ΄αρμονικά καλάμια,
απ' την περίλυπη ομορφιά μου, ώ σάπφειρε, αργολιώνω,
παλιέ, πανάρχαιε σάπφειρε και μαγική εσύ κρήνη,
όπου το γέλιο εξέχασα του πρωτινού καιρού μου.
Πόσο θρηνώ τη διάφανη και τη μοιραία σου λάμψη,
ώ κρηνη πένθιμη, για τα δάκρυά μου ετοιμασμένη,
όπου τα μάτια μου άντλησαν σ΄ένα γαλάζιο ολέθριο
την όψη μου από λούλουδα νωπά στεφανωμένη!
Γλυκιά είναι η εικόνα αλίμονο! κι είναι τα δάκρυα αιώνια!
ες στα γλαυκά αυτά δάση και τ' αδελφικά τα κρίνα
κυματιστά αναδεύεται ένα φως ακόμη, μόνος
αμέθυστος που αρκεί για να μαντεύσεις το μνηστήρα
στο κάτοπτρό σου που το φώς μου τ' άθυμο με σέρνει,
χλωμός αμέθυστος, ω εσύ καθρέφτη ακρίτου ονείρου!
Να, στο νερό η λουσμένη απ' το φεγγάρι και τη δρόσο
σάρκα μου, που η χλευαστική κι ύπουλη κρήνη υψώνει·
να τ' ασημένια μπράτσα μου με τις λαμπρές κινήσεις.
Τα οννά μου χέρια απαύδησαν στο λατρευτό χρυσάφι
αυτόν το δέσμιο να καλούν που έχουν ζωστό τα φύλλα
και στην ηχώ τα ονόματα των σκοτεινών θεών ρίχνω!

Χαίρε, ανταύγεια στα κλειστά, ηρεμαία νερά χαμένη!
Νάρκισσε, η ώρα αυτή η ύστατη ένα απαλό είναι μύρο
για τη γλυκιά καρδιά. Σ΄αυτό το άδειο το μνήμα επάνω
για το νεκρό ξεφύλλισε το επιθανάτιο ρόδο.
Το ρόδο ας είσαι, που μαδά, χείλι μου, το φιλί του
για να κοιμάται το είδωλο γαλήνιο στ' όνειρό του,
γιατί μονάχη, απόμακρη, μιλά ηρεμαία η νύχτα
στ' άνθη τα τόσο ανάλαφρα κι ίσκιους χλωμούς γεμάτα·
μα μες στα σμύρτα τα μακριά η σελήνη διασκεδάζει.
Λατρεύω σε, ώ αμφίβολη κάτω απ' αυτά τα σμύρτα!
Σάρκα ανθισμένη θλιβερά για τη μοναξιά μόνο,
που καθρεφτίζεται έκθαμβη μες στο υπνωμένο δάσος,
ω αβρή μιάς πριγκίπισσσας κι ενός εφήβου σάρκα.
Η απατηλή ώρα είναι γλυκιά για τ΄όνειρο στα βρύα,
κι η σκοτεινή ηδονή γεμίζει αυτό το σύσκιο δάσος.
Νάρκισσε, χαίρε ή πέθανε! Έφθασε η αμφιλύκη!
Ο αυλός επάνω στο γλαυκό το ενταφιασμένο ψάλλει
των ηχηρών των κοπαδιών που φεύγουν την πικρία.
Στα χείλη αυτά τα ρουμπινιά, στο ασάλευτο νερό, ω όμοια
με την εσπέρα, ευλαβική ομορφιά, βουβή ομορφιά μου,
κράτει το νύχτιο αυτό κι αβρά μοιραίο φίλημά μου,
χάδι που αυτό το κρύσταλλο η ελπίδα του αλλοιώνει.

Πάρ' το μαζί σου, μες στην σκιά, ω εξόριστή μου σάρκα,
και στάλαξε για το φεγγάρι, αυλέ απομακρυσμένε,
στάλαξε δάκρυα μακρινά μες σ΄αργυρές υδρίες!

Μετάφραση: Εμμανουήλ Καίσαρ
Εκδόσεις Καστανιώτη










 John William Waterhouse, Echo and Narcissus, 1903, oil on canvas
Walker Art Gallery


Ε. ΛΑΜΠΕΤΗ & Δ.ΧΟΡΝ
 
- Ποια είσαι εσύ που γελάς και κλαις μέσα στα φύλλα?
- Αχ μείνε!

- Αν σ' αρέσει η φωνή μου..
-
-Χα χα χα..μιλάω..
- Χα χα χα...γελάω..
- Μα ποια είσαι?
- Ποιος είσαι?
- Με λένε Νάρκισσο. Νάρκισσο Μοναχό
- Κι εμένα Ηχώ..
- Είσ' όμορφη?
- Όμορφη..
- Ήθελα να δω τα μάτια σου
- Αχ τα μάτια σου..
- Τα χείλια σου
- Αχ τα χείλια σου..
- Πως το πες τ' όνομά σου?
- Τ' όνομά σου..
- Είπα Νάρκισσος
- Α, Νάρκισσος..
- Δεν είναι και τόσο όμορφο όνομα..
- Αχ, όμορφο όνομα..
- Λίγο φτωχό
- Εμένα Ηχώ..
- Θέλω να σε ρωτήσω Ηχώ
αν περνάει η στράτα εδώθε..
- Εδώθε..
- και που θα φτάσω αν την πάρω απ' εδώ να?
- Πουθενά..
- Πουθενά?
- Πουθενά
- Παράξενο. Τρεις μέρες περπατάω
και τώρα εσύ μου λες
πως σταματάει η στράτα
και πως άλλο δεν μπορώ να πάω?
- Εγώ σ' αγαπάω..
Είπες μ' αγαπάς?
- Μ' αγαπάς?
- Δεν είπα τέτοιο πράγμα εγώ
- Το πα εγώ!..
- Και που με ξέρεις? Εγώ δε σε ξέρω..
- Εγώ σε ξέρω!
- Εγώ σε ξέρω μοναχά απ' τη φωνή σου
- Άκουσα στα λαγκάδια τη φωνή σου..
- Χθες το βράδυ τραγούδισα μακρυά στις φτέρες
- Σ' άκουσα στις φτέρες..
- Είμαι πολύ λυπημένος..
- Λυπημένος?..
- Θέλω να βρω κάτι που να τ' αγαπάω..
- Εγώ το βρήκα..σ' αγαπάω..
- Κανείς δεν νοιώθει μέσα μου τι νοιώθω
- Εγώ σε νοιώθω..
- Ό,τι αγάπησα ως τώρα, το παράτησα. Το πιστεύεις?
Κράτησε τόσο λίγο. Τόσο λίγο!
- Τόσο λίγο..
- Έχω ένα μικρό δαίμονα μέσα μου
που τα γκρεμίζει όλα, σε μια στιγμή.
Ό,τι αγαπάω φτερουγίζει και φεύγει.
Ότι αγγίζω χάνεται. Γι αυτό τραγουδάω τη νύχτα...
- Σ' άκουσα τη νύχτα..
- ...θλιμμένα..
- Αχ να τραγούδαγες για μένα..
- Γι αυτό περπατάω τη μέρα,
μέχρι να λυθούν τα γόνατά μου
και να πέσω καταγής.
- Αχ να σ' αγκάλιαζα στη Γης..
- Η πρώτη μου αγάπη ήταν ένα πουλί.
Μα σαν έμαθα το τραγούδι του το βαρέθηκα.
Ύστερα αγάπησα μιαν όμορφη
που η ομορφιά της μάραινε τα λουλούδια.
Μα σαν έγινε δικιά μου τη βαρέθηκα.
Έπειτα αγάπησα τα όμορφα λόγια,
τα νυχτιάτικα τραγούδια και τις κρυφές σκέψεις.
Μα κι εκείνα γρήγορα τα βαρέθηκα.
Πέρασα πάνω απ' όλα,
καλπάζοντας σαν να μουνα καβάλα,
πάνω σ' ένα μανιασμένο άσπρο άλογο
που όλο έτρεχε και πουθενά δε στεκόταν,
να πάρω λίγη ανάσα και να βρω λίγη χαρά!
- Δεν υπάρχει χαρά..
- Αλλοίμονο αν δεν υπάρχει χαρά για μένα..
- Ούτε για μένα..
- Γιατί όταν γελάω γελάς και όταν κλαίω κλαις?
- Πονάω όταν κλαις..
- Παράξενα εσύ συμπονάς τον ξένο πόνο..
- Πες μου τι χρώμα έχουν τα μάτια σου και τα μαλλιά σου?
- Σαν τα δικά σου..
- Κι η φωνή σου?
- Σαν τη δική σου..
- Εγώ δεν έχω ταίρι στον κόσμο να μου μοιάζει..
Με λένε Νάρκισσο. Νάρκισσο Μοναχό.
- Κι εμένα Ηχώ...

Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Νότη Περγιάλη ''Ηχώ και Νάρκισσος'' με τον Δημήτρη Χορν και την Ελλη Λαμπέτη.
Ραδιοφωνική σκηνοθεσία,Μήτσος Λυγίζος. 1954
















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου