Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ



 





*Christos Sipsis

ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Εικονα: Αρχαια μουσικα οργανα.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ (Περί μουσ. 1140B-C, 26)

"Είναι φανερό ... ότι δικαιολογημένα οι παλαιοί Έλληνες έδιναν τη μεγαλύτερη προσοχή τους στη μουσική εκπαίδευση. Γιατί πίστευαν ότι έπρεπε να πλάθουν και να ρυθμίζουν τις ψυχές των νέων σε ευπρεπή ηθική με τη μουσική · γιατί η μουσική είναι χρήσιμη (ευεργετική) σε κάθε χρόνικη περιοδο (φαση αναπτυξης) και για κάθε ηθική πράξη "

Πώς εφευρέθηκαν τα όργανα

          Για να κάνει μουσική ο άνθρωπος είχε ανάγκη από διάφορους ήχους. Στην αρχή λοιπόν είχε μόνο τη φωνή του και το σώμα του και μ’ αυτά έκανε μουσική.     Ο άνθρωπος όμως έχει ένα καταπληκτικό μυαλό που μπορεί να παρατηρεί και να επινοεί καινούργια πράγματα, ένα μυαλό εφευρετικε.
Κάποτε λοιπόν, όταν δεν υπήρχαν μουσικά όργανα, οι άνθρωποι κατάλαβαν πως όταν χτυπάνε ξύλα ή πέτρες μεταξύ τους αυτά βγάζουν ήχους. Έτσι έφτιαξαν τα πρώτα κρουστά όργανα, που στην αρχή ήταν ξύλινα και πέτρινα! Μετά σκέφτηκαν να τεντώσουν και δέρματα ζώων και να τα χτυπάνε. Να λοιπόν και τα δερμάτινα κρουστά. Αργότερα, όταν ανακάλυψαν τα μέταλλα, έφτιαξαν και τα μεταλλικά κρουστά.
          
         Κάποτε, όταν ακόμα δεν υπήρχαν μουσικά όργανα, οι άνθρωποι άκουγαν τον αέρα να σφυρίζει μέσα στις σπηλιές. Κάποιος φαίνεται φύσηξε κάποτε κατά λάθος στο άνοιγμα ενός καλαμιού, που το καθάριζε για να φτιάξει σκεπή στην καλύβα του και άκουσε να βγαίνει ένας ήχος. Δοκίμασε ξανά και φύσηξε μέσα σ’ ένα άδειο κοχύλι, ενώ ένας άλλος φύσηξε μέσα σ’ ένα κούφιο κέρατο ενός ζώου. Πάλι ακούστηκε ήχος. Λίγο από δω, λίγο από ‘κει, δεν ήθελαν και πολύ να καταλάβουν. Έτσι έφτιαξαν τα πρώτα πνευστά όργανα που ήταν από καλάμια, κοχύλια και κέρατα ζώων.

          Μετά έμεθαν να σκαλίζουν και το ξύλο και έφτιαξαν τα ξύλινα πνευστά, ενώ αργότερα τα κατασκεύασαν κι από χαλκο. Οι άνθρωποι έφτιαχναν τόξα για να κυνηγάνε ζώα. Τα πρώτα τόξα είχαν χορδές από έντερο ζώου ή φυτά πλεγμένα σαν σκοινιά. Καθώς λοιπόν τέντωναν το τόξο, άκουγαν κάποιον ήχο να βγαίνει από τη χορδή. Έτσι έφτιαξαν τα πρώτα έγχορδα όργανα χωρίς δοξάρι. Αργότερα επινόησαν και τα έγχορδα με δοξάρι.

            Όλα αυτά βέβαια έγιναν πριν από χιλιάδες χρόνια και δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι. Μπορούμε όμως να φανταστούμε ότι κάπως έτσι πρέπει να συνέβει.

************************************************************************

Ήχοι για ηχοϊστορία


ΤΥΜΠΑΝΟ:
Βήματα βαριά – Παρέλαση – Κάλεσμα – Έναρξη θεάτρου – Τρέξιμο ζώων – Σαματάς – Μάχη – Βροχή – Καλπασμός – Ξύσιμο – Πριόνισμα – Ξεκίνημα τραίνου – Σφύριγμα αέρα – Κύμα που σκάει – Χτυπήματα με σφυρί – Απειλή – Τάλαντο – Χτύπημα πόρτας – Τρίψιμο – Φτυάρισμα – Πριόνισμα – Αέρας – Θάνατος στρατιώτη – Χορός – Υποδοχή βασιλιά – Δάκρυα γίγαντα – Γρατζούνισμα – Αλυσίδες που σέρνονται – Σύρσιμο – Κύλισμα – Ανατριχίλα – Πέρασμα μέσα από θάμνους – Σταγόνες σε βαρέλι – Χορός Μαϊμούδων – Τρέξιμο μικρού ζώου – Αγωνία – Κάποιος να τρέμει – Φύλλα που κουνιούνται – Χαλάζι σε σκεπή – Κανόνια – Πυροβολισμοί - Μπουμπουνητά – Τρόμος – Άναμμα σπίρτου – Πλύσιμο ρούχων στο χέρι – Κάποιος να νευριάζει - Γκρέμισμα – Μπάλα που χτυπάει – Ελατήριο – Ινδιάνικος χορός – Ξυλοκόπος – Καλαμπόκι που ψήνεται

ΝΤΕΦΙ:
Τρίξιμο δοντιών – Τελετουργικός χορός – Σεισμός – Τριζόνια και Τζιτζίκια – Σπάσιμο πιάτων (γυαλικών) – Πέρασμα, ξεκίνημα τραίνου – Ελικόπτερο – Ρολόι (τικ – τακ) – Κέρματα ή κλειδιά στην τσέπη – Αλυσίδα που σέρνεται – Πέσιμο ιππότη – Κομπρεσέρ – Θυμιατό – Χτύπημα σε ξύλο – Κουδουνάκια – Τρεμούλιασμα – Φίδι (Κροταλίας) – Ψιλή βροχή – Βροχή που δυναμώνει -  Ριγανόσκονη στους κεφτέδες – Παντζούρια που χτυπάνε – Βήματα σε χαλίκια


ΞΥΛΑΚΙΑ:
Σφυρί – Ρολόι (τικ – τακ) – Βρύση που στάζει σε μεταλλικό πιάτο – Σταγόνες βροχής που πέφτουν απ’ τα κεραμίδια – Τρυποκάρυδος – Σφυρί – Τάλαντο – Τρίξιμο δοντιών – SOS (σήματα Μορς) – Κάβουρας – Χτύπημα πόρτας – Γραφομηχανή – Βήματα από τακούνι – Κάρφωμα στο υπόγειο – Πινγκ πονγκ -

ΠΙΑΤΑ:
Βήματα γίγαντα – Παρουσίαση κάποιου – Σπάσιμο πιάτων – Ήχος περιπολικού – Κεραυνός – Αστραπές Μπουμπουνητά – Βόμβες – Μπάντα – Φασαρία από κατσαρόλες – Τραίνο – Σφαλιάρα – Χύτρα – Κατολίσθηση (μαζί με τύμπανα)

ΤΡΙΓΩΝΟ:
Καμπάνες (από μακριά) – Κουδούνι – Κάλαντα – Ξυπνητήρι – Πέρασμα τραίνου – Συναγερμός πυροσβεστικής – Είσοδος σε κατάστημα

ΚΑΣΤΑΝΙΕΤΕΣ:
Χειροκροτήματα – Ο χορός της σπίθας στο τζάκι – Σκελετός που χορεύει - Κόκαλα – Κοχύλι που ανοιγοκλείνει – Κατολίσθηση – Νερό που πέφτει

ΜΑΡΑΚΕΣ:
Αφρικάνικος χορός – Κύμα που σκάει – Τριζόνια και Τζιτζίκια – Ρολόι – Μωρό που παίζει
************************************************************************






                                                 ΤΑ ΕΓΧΟΡΔΑ ΜΕ ΔΟΞΑΡΙ - Strings



ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΒΙΟΛΟΥ

Hofner Strings and Bows Production
http://youtu.be/DY5qC42MO0k



Με τον όρο έγχορδα όλοι οι μουσικοί εννοούν τα τέσσερα συγκεκριμένα όργανα που παίζονται με δοξάρι και συμμετέχουν στη συμφωνική ορχήστρα, το βιολί, τη βιόλα, το βιολοντσέλο και το κοντραμπάσο, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν κι άλλα έγχορδα που παίζονται με δοξάρι, περισσότερο λαϊκά, σαν τις λύρες που θα εξετάσουμε σ’ άλλο κεφάλαιο.
          Τα τέσσερα έγχορδα έχουν το ίδιο σχήμα, αλλά διαφέρουν σε όγκο, με το βιολί να είναι το μικρότερο και το κοντραμπάσο το μεγαλύτερο. Όλα έχουν τέσσερις χορδές, όλα είναι ξύλινα, όλα έχουν το ίδιο ηχόχρωμα, σε όλα τα «μπράτσα» είναι χωρίς χωρίσματα (τάσια).
          Οι χορδές τους κατασκευάζονται από διάφορα υλικά, όπως είναι τα έντερα ζώων, οι πλαστικές ύλες, το αλουμίνιο ή άλλα μέταλλα. Το δοξάρι που τρίβεται γλιστρώντας πάνω στις χορδές, έχει τεντωμένες από μακρύ κι ελαφρό ξύλο του τρίχες από ουρές αλόγων, που τις αλείφουν με ξεραμένο ρετσίνι, για να πάρουμε αυτόν τον μαλακό και τόσο χαρακτηριστικό ήχο, που μπορούμε να τον ξεχωρίσουμε έστω κι αν δε βλέπουμε ποιο όργανο παίζει.
          Και τα τέσσερα αυτά όργανα παίζονται με τον ίδιο βασικά τρόπο και είναι ευνόητο πως το μεγαλύτερο όργανο της οικογένειας παράγει βαθύτερους ήχους από τα μικρότερα (φαινόμενο που θα παρατηρήσουμε σ’ όλες τις οικογένειες οργάνων), με αποτέλεσμα συνολικά να καλύπτεται μια μεγάλη περιοχή της μουσικής κλίμακας, ανάλογη μ’ αυτή του πιάνου.


*Christina Liakou
How It's Made: Violins
http://youtu.be/WcJfbjcUDoo



Το βιολί είναι το πιο μικρό σε μέγεθος μέλος της οικογένειας των εγχόρδων. Πρωτοφτιάχτηκε στην Ινδία, πριν χιλιάδες χρόνια, όπου είχε το όνομα ρεμπέκ, κι από εκεί διαδόθηκε στην Περσία και στην Αραβία. Το σημερινό του σχήμα όμως, το βιολί το παίρνει τον 18ο αιώνα, όταν στην Κρεμόνα της Ιταλίας εμφανίζονται περίφημοι κατασκευαστές σαν τον Αμάτι, τον Μπουαρνέρι και τον Στραντιβάρι.
          Σήμερα τα βιολιά κατασκευάζονται από εβδομήντα τουλάχιστον διαφορετικά κομμάτια ειδικά αποξηραμένων διαλεγμένων ξύλων, που κολλιούνται και βάφονται με ειδικά υλικά, ώστε να έχει το όργανο αυτό τον τόσο γλυκό του ήχο. Οι τέσσερις χορδές του είναι κουρδισμένες στις νότες Sol, Re, La, Mi.



Η βιόλα είναι λίγο μεγαλύτερη από το βιολί. Οι χορδές της βιόλας είναι λίγο μακρύτερες από εκείνες του βιολιού κι έτσι μας δίνουν βαθύτερο ήχο, στις νότες Do - Sol - Re - La, που είναι ήρεμος και λίγο μελαγχολικός.


*Christina Liakou

Βιόλα ντα γκάμπα
: ''...Προέρχεται από το μεσαιωνικό όργανο βιχουέλα...''
''...Το προσωνύμιο ντα γκάμπα είναι ενδεικτικό της στάσης παιξίματος,καθώς στηρίζεται ανάμεσα στις γάμπες και όχι στο έδαφος...''
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B1_%CE%BD%CF%84%CE%B1_%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B1
C.P.E Bach: Sonata for viola da gamba & continuo
http://youtu.be/U7Vjx04YoyM






Το βιολοντσέλο είναι ακόμα μεγαλύτερο και ο ήχος του είναι βελούδινος και βαθύς.
          Ο Στραντιβάρι, ο Γκουαρνέρι, κι αργότερα ο Ζαν Λουί Ντυπόρτ (1770) πειραματίζονται με το τσέλο και του δίνουν την τελική μορφή του, με τέσσερις χορδές στις νότες  Do - Sol - Re - La, μια οκτάβα ακριβώς βαθύτερες από τη βιόλα. Λόγω του όγκου του, το βιολοντσέλο ακουμπάει στο πάτωμα μ’ ένα σιδερένιο στήριγμα που βρίσκεται στο κάτω μέρος του και στερεώνεται ανάμεσα στα γόνατα του μουσικού. Το «μπράτσο» του οργάνου φτάνει περίπου στο ύψος του κεφαλιού του μουσικού, ενώ το δοξάρι είναι κοντύτερο και παχύτερο από εκείνο του βιολιού και της βιόλας.

Το κοντραμπάσο, το πιο ογκώδες έγχορδο. Από τα μέσα του 16ου αιώνα, ασχολούνται μαζί του οι Ιταλοί κατασκευαστές δίνοντας του το όνομα που έχει και σήμερα, μειώνοντας ταυτόχρονα σε τέσσερις τις χορδές του, που είναι κουρδισμένες στις νότες Mi - La - Re - Sol.  Το δοξάρι του είναι ακόμα πιο μικρό κι από του βιολοντσέλου κι από τον 18ο αιώνα αποτελεί αναπόσπαστο μέλος των συμφωνικών ορχηστρών, «στηρίζοντας» με τον ηχητικό του όγκο τον ρυθμό. Τον ίδιο ρόλο, αλλά συνηθέστατα σαν νυκτό όργανο (pizzicato) έχει το κοντραμπάσο και στις ορχήστρες και τα σύνολα της τζαζ, όπου από τη δεκαετία του 1920 έχει αντικαταστήσει την τούμπα, δίνοντας μαζί με τα ντραμς τον ρυθμό.
    Ο μουσικός που παίζει κοντραμπάσο είτε στέκεται όρθιος (το ύψος του οργάνου φτάνει τα 1,95μ) είτε κάθεται σε μια πολύ ψηλή καρέκλα.

*************************************************************************

Ξύλινα πνευστά


Το κλαρίνο είναι το πιο δημοφιλές ίσως από τα ξύλινα πνευστά (woodwinds). Πρόκειται για έναν εβένινο σωλήνα, που στο ένα άκρο του έχει άνοιγμα σαν χωνί, ενώ στο άλλο, που είναι πολύ πιο στενό, τοποθετείται το επιστόμιο, με το ειδικά διαμορφωμένο, μονό «καλάμι». Ενδιάμεσα υπάρχουν πολλά «κλειδιά» χάρη στα οποία ο εκτελεστής μπορεί να παίζει πολύ γρήγορα περάσματα.
          Όσο βασικό θεωρείται το βιολί στην οικογένεια των εγχόρδων, άλλο τόσο βασικό είναι και το κλαρίνο στην οικογένεια των ξύλινων πνευστών, χάρη στο γλυκό και μελωδικό του ήχο
            Αξίζει τέλος, να σημειώσουμε πως το κλαρινέτο διαθέτει ξεχωριστά ηχοχρώματα σε κάθε περιοχή του και θεωρείται πάντα το πιο εκφραστικό πνευστό.

Το φλάουτο αν και τώρα πια είναι κατασκευασμένο από μέταλλο θεωρείται πάντα μέλος της οικογένειας των «ξύλινων» πνευστών και μάλιστα από τα πιο βασικά της.
          Ανήκει σε μια πανάρχαια οικογένεια μουσικών οργάνων, της οποίας ένας από τους κυριότερους πρώτους εκπροσώπους - ο αυλός απαντάται στους αρχαίους Έλληνες, στους Εβραίους, στους Αιγυπτίους κι αργότερα στους Ρωμαίους. Με τα χρόνια, ο αυλός εξελίσσεται στο φλάουτο με ράμφος, που παίζεται από το μουσικό σε ευθεία θέση, σε αντίθεση με το σημερινό φλάουτο, το οποίο παίζεται σε πλάγια.
          Το φλάουτο γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση κατά τον Μεσαίωνα, καθώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί με την ίδια ευκολία από ερασιτέχνες και επαγγελματίες μουσικούς..
          Το φλάουτο, με τον καθαρό, γλυκύτατο ήχο του είναι βασικότατο όργανο της συμφωνικής ορχήστρας, καθώς είναι πολύ ευέλικτο και πολύ εύκολα μπορεί να παίξει γρήγορες νότες, αρπίσματα, τριλλισμούς, κλπ.
Στην ίδια οικογένεια μ’ αυτό ανήκει το μικρό φλάουτο, (piccolo),  με μικρότερες διαστάσεις που αποδίδει τους οξύτερους ήχους ανάμεσα σ’ όλα τα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας.

Το όμποε,  ένα ακόμα μέλος της οικογένειας των «ξύλινων» έχει μερικές σημαντικές ομοιότητες αλλά και διαφορές με το κλαρινέτο. Όπως εκείνο, έτσι κι αυτό θεωρείται απόγονος του σαλιμό, αλλά ενώ στο κλαρινέτο το καλάμι που έρχεται σε επαφή με τα χείλη του μουσικού είναι απλό, στο όμποε είναι διπλό.
Ο «οξύαυλος» όπως είναι το ελληνικό του όνομα, επιβάλλεται αμέσως με την ποιότητα του ήχου του, και οι συνθέτες αρχίζουν να γράφουν γι’ αυτόν.
          Το όμποε έχει διαπεραστικό και κάπως ένρινο ήχο, που το κάνει να ξεχωρίζει μέσα στην ορχήστρα.

Το φαγκότο είναι το μεγαλύτερο συχνά χρησιμοποιούμενο μέλος της οικογένειας των «ξύλινων», μοιάζοντας με το όμποε, στο ότι έχει κι αυτό διπλό καλάμι στο επιστόμιό του, στις υψηλότερες μάλιστα νότες του, ο ήχος των δύο οργάνων εύκολα συγχέεται.
          Χάρη στην ιδιότυπη «φωνή» του, μαλακή, λίγο βραχνή, ίσως και λίγο αστεία, οι συνθέτες το μεταχειρίζονται πολλές φορές για να υπογραμμίσουν κάποια κωμική σκηνή, με τον μουσικό να παίζει τις νότες «κοφτά» (staccato). Το κόντρα - φαγκότο είναι το όργανο με τους βαθύτερους ήχους της οικογένειας, χρησιμοποιείται όμως, σπάνια. Τα όργανα αυτά εξελίχτηκαν σε παράλληλες διαδρομές με το όμποε και είναι πολύ δύσκολα στο παίξιμό τους.

***********************************************************************

Χάλκινα πνευστά


Αρχηγός της οικογένειας των χάλκινων (brass) είναι χωρίς αμφιβολία η τρομπέτα. Η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Το κέρας με τις δύο οπές στις δυο του άκρες σύντομα έδωσε τη θέση του στο ξύλο και αυτό στο μέταλλο. Το συναντάμε σαν σάλπιγγα στην αρχαία Ελλάδα, σαν τούμπα στους Ρωμαίους. Γύρω στα 1830 καθιερώνεται η τρομπέτα με τρία πιστόνια, που χρησιμοποιούμε και σήμερα, και η οποία μπορεί να αποδώσει όλη τη χρωματική σκάλα αλλά και τρίλιες, που την εποχή μπαρόκ παράγονταν μονάχα με ταχύτατες και δυσκολότατες κινήσεις των χειλιών του μουσικού.
Στη σύγχρονη τρομπέτα, με τον χάλκινο κυλινδρικό σωλήνα που καταλήγει σε σχήμα καμπάνας, τα τρία πιστόνια αυξομειώνουν το μήκος του, με αποτέλεσμα να παράγονται υψηλότεροι ή χαμηλότεροι φθόγγοι. Αυτοί ρυθμίζονται με ακρίβεια από τη θέση και την πίεση των χειλιών του εκτελεστή πάνω στο επιστόμιο, στην άλλη άκρη του σωλήνα (η θέση και η πίεση των χειλιών είναι σημαντικότατοι παράγοντες σ’ όλα τα χάλκινα πνευστά). Η τρομπέτα ανήκει στα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας από πάρα πολλά χρόνια, αλλά είναι δημοφιλέστατο όργανο στο χώρο της τζαζ.
Ο ήχος της μπορεί να αλλάξει με τη χρησιμοποίηση της παλάμης, μπροστά στην καμπάνα ή ενός ειδικού «καπέλου» σιωπητήρα (sordino - σουρντίνα) που μπαίνει και προσαρμόζεται στο άνοιγμα.

Το κόρνο είναι ένα μεγαλόπρεπο χάλκινο όργανο, με ελικοειδή σωλήνα, που η διάμετρος του βαθμιαία αυξάνεται για να καταλήξει σε σχήμα καμπάνας στο ένα του άκρο. Στο άλλο βρίσκεται ένα απλό επιστόμιο, ενώ για να αποδοθούν σωστά οι κλίμακες, το κόρνο έχει αποκτήσει πλέον κλειδιά.
Ο ήχος του κόρνου είναι αρκετά έντονος, αλλά γλυκός, και οι εκτελεστές ελέγχουν πάντα την τονικότητα βάζοντας το χέρι τους μέσα στην καμπάνα. Χρησιμοποιούνται, πάντως, και χάρτινες ή μεταλλικές σουρντίνες.

Το τρομπόνι έχει ένα σημαντικό ρεκόρ, ανάμεσα στα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας. Στα τελευταία 400 χρόνια της «ζωής» του, ως τις μέρες μας, δεν έχει υποστεί καμιά ουσιώδη αλλαγή. Το τρομπόνι αποτελείται από έναν αναδιπλωμένο χάλκινο σωλήνα, που στο ένα άκρο του έχει σχήμα καμπάνας και στ’ άλλο επιστόμιο, σε σχήμα φλιτζανιού. Αντί για τα κλειδιά που βρίσκουμε στα περισσότερα πνευστά, στο τρομπόνι, το μήκος του σωλήνα (άρα και το ύψος των ήχων που παράγει) αυξομειώνεται με την  κίνηση ενός τμήματός του μέσα σ’ ένα άλλο. Ο μουσικός σε αναλογία με τα  έγχορδα χωρίς τάστα, πρέπει να καταλάβει με το αυτί τη σωστή θέση του σωλήνα, για το σωστό τονικό ύψος. Οι θέσεις του σωλήνα είναι επτά και οι φθόγγοι προκύπτουν από την κατάλληλη θέση και πίεση των χειλιών του μουσικού. Ο ήχος του οργάνου είναι βαθύς, αλλά λαμπερός και η χροιά του μπορεί να αλλάξει με τη βοήθεια σουρντίνας.

Η τούμπα είναι το πιο βαθύ σε ήχο από τα χάλκινα πνευστά. Είναι πολύ μεγάλη σε μέγεθος (αλλά και βάρος) συνδυάζοντας τον κωνικό σωλήνα και τα κλειδιά του κόρνου με το επιστόμιο σχήματος φλιτζανιού του τρομπονιού και της τρομπέτας.
Η τούμπα χρησιμοποιείται τόσο στις συμφωνικές ορχήστρες, όσο και στις μπάντες.

************************************************************************

ΤΑ ΝΥΚΤΑ ΟΡΓΑΝΑ


Πρόκειται για μια δημοφιλέστατη κατηγορία εγχόρδων οργάνων, που όμως δεν παίζονται με δοξάρι, αλλά με τα δάχτυλα ή με πένα. Οι χορδές τους τραβιόνται, αγγίζονται απαλά ή χαϊδεύονται από τους εκτελεστές, που μ’ αυτόν τον τρόπο τις θέτουν σε παλμική κίνηση κι έτσι παράγεται ο ήχος.
Στα νυκτά όργανα η κιθάρα, το μαντολίνο, το λαούτο, η άρπα, αλλά και κάποια δημοφιλέστατα στις χώρες τους λαϊκά όργανα, όπως είναι η μπαλαλάικα, το μπάντζο, το τσίτερ και το δικό μας μπουζούκι.

Η κιθάρα είναι ευρύτατα διαδεδομένη σ’ ολόκληρο τον κόσμο κι έχει πίσω της ιστορία πολλών αιώνων. Κατάγεται από τα πρώτα «μουσικά τόξα» των πρωτόγονων λαών και η πρώτη σχηματοποίησή της γίνεται από τους αρχαίους Έλληνες, που της δίνουν το όνομα που έχει και σήμερα, αλλά όχι και τη μορφή της.
          Κιθάρες, όμως, υπήρχαν και στη Μεσοποταμία, την Αίγυπτο και την Περσία. Η λέξη «Ταρ» βασικό θέμα της ονομασίας του οργάνου, στα αρχαία περσικά σημαίνει χορδή. Οι Μαυριτανοί φέρνουν τη δικιά τους κιθάρα στην Ισπανία τον 8ο αιώνα και τους επόμενους τέσσερις το όργανο γίνεται εξαιρετικά δημοφιλές σ’ ολόκληρη την Ευρώπη.
          Όμως, το σημερινό της σχήμα αρχίζει να το παίρνει από τα πρώτα χρόνια της Αναγέννησης, στην Ιταλία, οπότε και οι χορδές της γίνονται έξι, κουρδισμένες στις νότες Mi - La - Re - Sol - Si - Mi. Οι Ισπανοί αναδεικνύονται σε μεγάλους «μαστόρους» της  κιθάρας, που άλλωστε παίζει σημαντικότατο ρόλο και στην λαϊκή τους μουσική. Όμως, το όργανο αυτό, με τις εξαιρετικές δυνατότητες  (μόνο του γίνεται μια ολόκληρη ορχήστρα) έχει τόσους φίλους σ’ όλο τον κόσμο, που πρώτο γίνεται «ηλεκτρικό», στις αρχές της δεκαετίας του 30. Γι’ αυτή τη σύγχρονη μορφή της κιθάρας, πολύ περισσότερα θα έχουμε σε επόμενο κεφάλαιο.

***

* Themis Taflanidis



Ο όρος κιθάρα χρησιμοποιείτο στην Ελληνική Αρχαιότητα για να περιγράψει ένα έγχορδο μουσικό όργανο που ανήκε στην οικογένεια της λύρας.
Σήμερα η λέξη κιθάρα αναφέρεται στο σύγχρονο μουσικό όργανο  "guitar" (ένας όρος που προέρχεται από το Αρχαιοελληνικό όρο κιθάρα). Το  άρθρο αυτό αναφέρεται σε αυτή την σύγχρονη χρήση του όρου δηλαδή στο  όργανο guitar. Η σύγχρονη κιθάρα είναι ένα έγχορδο νυκτό μουσικό όργανο που ανήκει στην οικογένεια του λαούτου. Στη σύγχρονη εκδοχή της, αποτελείται συνήθως από έξι χορδές, ωστόσο συναντώνται και παραλλαγές με επτά, οκτώ, δέκα, δώδεκα και δεκαοκτώ. Ο όρος κιθάρα περιγράφει εν γένει αρκετά όργανα που εμφανίζουν παραλλαγές ως προς τη  μορφολογία τους ή τον τρόπο εκτέλεσής τους.
***


*Mina Dakou

 Όμηρος· Οδ. α 153-154: "κήρυξ δ' εν χερσίν κίθαριν περικαλλέα θήκεν Φημίω" (κι ένας κήρυκας έβαλε στα χέρια του Φήμιου την πανέμορφη κίθαρη)


Λύρα και Κιθάρα
(αποσπάσματα από την "Ιστορία της Κιθάρας" του Χ.Εκμεκτσόγλου)

Αρχαίες παραδόσεις αναφέρουν ότι η λύρα προέρχεται από τον Ερμή ή τον Ορφέα,που σαγήνευαν ακόμα και τα ζώα με τη μουσική τους.
Στον Ομηρικό ύμνο προς τον Ερμή περιγράφεται η κατασκευή της πρώτης λύρας από το μικρό θεό στο Αρκαδικό Όρος της Κυλλήνης(Ζήρεια)από ένα καβούκι χελώνας και νεύρα βοδιού.
Η λύρα της Ελλάδας είχε και τα ονόματα "φόρμιγξ" και "κίθαρις".
....................................................
Η κιθάρα, της οποίας η εφεύρεση αποδίδεται στον Απόλλωνα, ήταν ένα όργανο πιο ανεπτυγμένο,με ξύλινο ηχείο και παιζόταν από επαγγελματίες μουσικούς.


***


Σύμφωνα με το σύστημα  ταξινόμησης Hornbostel-Sachs, ανήκει στα σύνθετα χορδόφωνα.  Από το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα αποτελεί ένα από τα πλέον  δημοφιλή μουσικά όργανα, καθώς χρησιμοποιείται σε μια πληθώρα μουσικών  ειδών, όπως η τζαζ, μπλουζ, ροκ,heavy metal ποπ, λαϊκή και παραδοσιακή μουσική, ενώ στη νεότερη ιστορία της χρησιμοποιείται σε ένα αυξανόμενο ρεπερτόριο κλασικής μουσικής.


          Μεγάλα σύγχρονα «ονόματα» στο χώρο της κλασικής κιθάρας θεωρούνται ο Αντρέ Σεγκόβια (που την καθιέρωσε σαν όργανο ικανό να παίξει δίπλα σε μια συμφωνική ορχήστρα και προέτρεψε να γραφτούν μεγάλα έργα γι’ αυτήν), αλλά και οι Τζούλιαν Μπριμ, Τζων Γουίλλιαμς, Τουρίμπο Σάντος κ.α.
Το λαούτο στην πρώτη του μορφή δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα κλαδί λυγισμένο σαν τόξο, πάνω στο οποίο τεντώνουν πολλές εντέρινες χορδές. Το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Άραβες για να συνοδεύουν τα τραγούδια τους, τοποθετώντας μάλιστα συχνά μια νεροκολοκύθα στο κάτω μέρος, για αντηχείο. Άλλωστε, στα αραβικά al ud σημαίνει το κλαδί, το ξύλο. Από εκεί μέχρι το λα ουντ, ο δρόμος είναι μικρός.
          Το λαούτο το φέρνουν πρώτοι στην Ευρώπη οι Μαυριτανοί, κατακτητές της Ισπανίας, και οι κάτοικοι αυτής της χώρας ξετρελαίνονται με τον ήχο του. Πολύ περισσότερο, όταν οι Σταυροφόροι του 11ου αιώνα φέρνουν μαζί τους από τους Αγίους Τόπους και το αραβικό λαούτο, με τις τέσσερις χορδές που παίζονταν με φτερό χήνας.
          Ως τα τέλη του 13ου αιώνα βρίσκουμε σημαντικές αλλαγές σ’ αυτό το όργανο που αποκτά διαδοχικά τέσσερα, πέντε κι έξι ζευγάρια χορδών και συνοδεύει τους τροβαδούρους στις περιπλανήσεις τους. Το κούρδισμά του γίνεται συνήθως στις νότες Sol - Re - La - Fa - Do - Sol, αν και υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι, ενώ το σχήματος αχλαδιού σώμα του διατηρείται αναλλοίωτο ως τις μέρες μας.
          Μόνο που οι παραδοσιακά εντέρινες χορδές έχουν πια εγκαταλειφθεί, δίνοντας τη θέση τους στις αρκετά φτηνότερες, αλλά όχι και ποιοτικά καλύτερες πλαστικές και μεταλλικές χορδές.

Το μαντολίνο είναι όργανο συγγενικό με το λαούτο και θεωρείται γνήσιος αν και περισσότερο «λαϊκός» απόγονός του. Οι εξωτερικές ομοιότητες μεταξύ των δύο οργάνων, άλλωστε, είναι πάρα πολλές. Το σώμα του μαντολίνου έχει κι αυτό σχήμα αχλαδιού, όμως, το «μπράτσο» είναι μικρότερο και οι οχτώ χορδές του (κουρδισμένες ανά δύο στις νότες Sol - La - Re - Mi) παίζονται υποχρεωτικά με πένα. Το χέρι του μουσικού κινείται πάντα με πολύ μικρές, γρήγορες κινήσεις, πάνω - κάτω, στις δύο παράλληλες χορδές κι έτσι ακούγεται ο χαρακτηριστικός τρεμουλιαστός ήχος του μαντολίνου.
          Η μαντολινάτα, σύνολο πολλών μαντολίνων αλλά και μεγαλύτερων σε μέγεθος οργάνων της ίδιας οικογένειας που λέγονται μαντόλες και μαντολοτσέλα, με βαθύτερο ήχο, κυριάρχησε στη λαϊκή μουσική της Ιταλίας, αλλά και μερικών περιοχών της Ελλάδας (π.χ. Επτάνησα, αλλά και στη παλιά Αθήνα).
          Όμως, για το μαντολίνο, όπως και για το λαούτο, έχουν γραφτεί επίσης πολυάριθμα κλασικά έργα, από μεγάλους συνθέτες, όπως ο Βιβάλντι, ο Χαίντελ, ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν.

Η άρπα είναι ένα από τα πιο παλιά και μεγαλόπρεπα όργανα, τόσο σαν ήχος όσο και σαν εμφάνιση. Τις παλιότερες αναπαραστάσεις της τις βρίσκουμε σε αιγυπτιακά μνημεία, που χρονολογούνται από  το 6000π.Χ. περίπου, όμως τη συναντάμε και σ’ άλλες χώρες της Αφρικής και της Ασίας, μέχρι τη μακρινή Κίνα.
          Το αρχικό της μέγεθος ήταν μικρό και οι δυνατότητές της περιορισμένες. Έτσι, στην Αναγέννηση την εκτοπίζουν το λαούτο, και το τσέμπαλο, Ιρλανδοί, Ουαλλοί και Ιταλοί κατασκευαστές καταπιάνονται με τη βελτίωσή της, όμως το μεγάλο βήμα γίνεται από  Τυρολέζους οργανοποιούς, στα τέλη του 17ου αιώνα, που πρώτοι κατορθώνουν να αυξομειώσουν το μήκος των χορδών της. Την τελική μορφή της, πάντως, τη δίνει ο Γάλλος κατασκευαστής Εράρ,  που απλοποιεί τους μηχανισμούς της και επιτυγχάνει μεγάλη ακρίβεια στο παίξιμο.
          Αυτό γίνεται στις αρχές του 19ου αιώνα κι από τότε η άρπα συμπεριλαμβάνεται στα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας. Το σχήμα της είναι τριγωνικό, είναι στολισμένη με περίτεχνα σκαλίσματα και οι χορδές της είναι 46, κατασκευασμένες είτε από μέταλλο είτε από έντερα ζώων. Όλες καταλήγουν στο ηχείο, στη βάση του οργάνου, όπου υπάρχουν επίσης επτά πεντάλ, με δύο εγκοπές το καθένα, τα οποία αλλάζουν την τονικότητα ορισμένων χορδών, βοηθώντας τον μουσικό να παίξει σ’ όλες τις τονικότητες.
          Ο ήχος της άρπας είναι αιθέριος και απαλός, χάρη στο glissando, το πιο χαρακτηριστικό της άκουσμα, όταν ο μουσικός κυλήσει γρήγορα τα δάχτυλά του από τη μια άκρη του οργάνου ως την άλλη, πάνω απ’ όλες τις χορδές.
          Εκτός από την κλασική άρπα, υπάρχουν επίσης και πολλές λαϊκές μορφές της, όπως η ιρλανδέζικη και λατινοαμερικάνικη, ενώ πρόσφατα έγινε και «ηλεκτρική».

Το μπάντζο, σύμφωνα με το μύθο, έφτασε στην Αμερική μαζί με τους πρώτους Αφρικανούς σκλάβους. Έχει άλλωστε, αρκετές ομοιότητες με ανάλογα αφρικανικά όργανα. Όμως στην Αμερική εξελίχθηκε και έγινε σήμα κατατεθέν αυτής της χώρας.
          Σε αντίθεση με τ’ άλλα έγχορδα όργανα, στο επάνω μέρος τους σώματός του έχει ένα δέρμα τεντωμένο σαν τύμπανο, αντί για ξύλο. Στα τέλη του 19ου αιώνα, προστέθηκαν τάσια στο «μπράτσο» του και οι χορδές του από τέσσερις εντέρινες έγιναν πέντε μεταλλικές. Οι τέσσερις απ’ αυτές κουρδίζονται στις ψηλές νότες Do - Sol - Si - Re, ενώ η πέμπτη ( σε Sol) κουρδίζεται με κλειδί που βρίσκεται στο μέσο περίπου του «μπράτσου»!
          Το μπάντζο έπαιξε ενεργό ρόλο στη γέννηση της τζαζ, ενώ δεν έπαψε ποτέ να συνοδεύει τα αμερικάνικα μπλουζ του Νότου.

************************************************************************

ΤΑ ΚΡΟΥΣΤΑ ΟΡΓΑΝΑ - Percussion


Τα κρουστά είναι μια πάρα πολύ μεγάλη οικογένεια μουσικών οργάνων. Τα διαιρούμε λοιπόν, σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα με τον τρόπο που τα χρησιμοποιούμε και τον καθορισμό ή όχι της τονικής τους οξύτητας.
Έτσι, έχουμε τα κρουστά με συγκεκριμένη τονική οξύτητα, εκείνα δηλαδή που παράγουν συγκεκριμένους ήχους, και τα κρουστά με απροσδιόριστη τονική οξύτητα. Ακόμα έχουμε τα μεμβρανόφωνα, όπου ο ήχος παράγεται από τις παλμικές κινήσεις μιας μεμβράνης τοποθετημένης και τεντωμένης πάνω σ’ ένα αντηχείο, και τα ιδιόφωνα, όπου ο ήχος βγαίνει από το ίδιο το σώμα του μουσικού οργάνου, το οποίο μπορεί να είναι ξύλο, μέταλλο, γυαλί, κλπ. Σ’ όλα όμως τα όργανα αυτά, ανεξαρτήτως κατηγορίας, υπάρχει κρούση, χτύπημα του εκτελεστή είτε με τα χέρια του, τα δάκτυλά του, είτε με ειδικές μπαγκέτες, ξύλα, ή σφυράκια.
Στα κρουστά συγκεκριμένης οξύτητας συμπεριλαμβάνονται κυρίως ιδιόφωνα κρουστά, αλλά κι ένα μεμβράφωνο. Πρόκειται για τα τύμπανα, τα μεγάλα ορχηστικά τύμπανα, που χρησιμοποιούνται στη συμφωνική ορχήστρα (timpani Kettle drums).
Οι σωληνωτές καμπάνες (Tubular Bells) δεν είναι πάρα μεταλλικοί σωλήνες, διαφορετικού μήκους, άρα και διαφορετικής τονικής οξύτητας ο καθένας, που είναι κρεμασμένοι σε ένα πλαίσιο και ο καθένας τους παράγει ένα συγκεκριμένο φθόγγο. Ο μουσικός κτυπάει τους σωλήνες με ξύλινα σφυράκια και τις περισσότερες φορές ο ήχος μοιάζει μ’ εκείνον που κάνουν οι καμπάνες των εκκλησιών.
Το μεταλλόφωνο (glockenspiel) αποτελείται από ατσάλινες πλάκες τοποθετημένες με τη διάταξη που έχουν τα πλήκτρα του πιάνου και με ανάλογη διαδοχή στο τονικό ύψος. Παίζεται με ξύλινα, πλαστικά ή μεταλλικά σφυράκια, ανάλογα με το ηχόχρωμα που θέλει να πετύχει ο μουσικός.
Παραλλαγή του μεταλλόφωνου είναι το βιμπράφωνο (vibraphone). Πολύ μεγαλύτερο σε μέγεθος έχει παρόμοια διάταξη στις πλάκες του, οι οποίες είναι όμως κατασκευασμένες από ένα ελαφρότερο από το ατσάλι κράμα, δίνοντας ένα γλυκύτερο και πιο μαλακό ήχο. Στο κάτω μέρος κάθε πλάκας υπάρχει αντηχείο και με ειδική διάταξη προστίθεται στον ήχο μια χαρακτηριστική δόνηση (vibrato).
Το ξυλόφωνο (xylophone) έχει κι αυτό την ίδια διάταξη στις πλάκες του, μόνο που αυτές είναι ξύλινες, από ξύλο τριανταφυλλιάς συνήθως, στερεωμένες πάνω σε αντηχεία, για να ενισχύεται ο ξερός ή πλούσιος (ανάλογα με το τονικό ύψος) ήχος. Παραλλαγή του ξυλόφωνου, με βαθύτερο όμως ήχο, είναι η μαρίμπα (marimba) που χρησιμοποιείται ευρύτατα στη λατινοαμερικάνικη μουσική.
Η τσελέστα (celesta) είναι ένα μεταλλόφωνο με πλήκτρα πιάνου. Όταν ο μουσικός κτυπάει τα πλήκτρα, ένας ειδικός μηχανισμός κτυπάει τις αντίστοιχες μεταλλικές πλάκες, που κι εδώ είναι εφοδιασμένες με αντηχείο. Το σχήμα της τσελέστας θυμίζει, όπως είναι ευνόητο, μικρό πιάνο.
Στα κρουστά με απροσδιόριστη τονική οξύτητα περιλαμβάνονται βεβαίως, όλα τα υπόλοιπα τύμπανα. Έτσι, έχουμε πρώτο και οξύτερο το πλευρικό τύμπανο ή ταμπούρο (snare drum). Το μεγαλύτερο, άρα και βαθύτερο, τύμπανο είναι η γκρανκάσα (bass drum), με πλούσιο και δυνατό ήχο. Στις συμφωνικές ορχήστρες το όργανο αυτό κτυπιέται  με ειδικό «κόπανο», ενώ στο σύνολο των τύμπανων, στα μικρά συγκροτήματα, υπάρχει ειδικό σύστημα που επιτρέπει το κτύπημα με το πόδι.
Τα μικρότερα ντέφι και τυμπανάκι, τα κύμβαλα (πιάτα, πιατίνια), το τρίγωνο
Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε και τις καστανιέτες, το πολύ χαρακτηριστικό όργανο της ισπανικής λαϊκής μουσικής.

***********************************************************************

ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΟΦΟΡΑ  ΟΡΓΑΝΑ - Keyboards


Τα πληκτροφόρα όργανα μπορούμε να τα χωρίσουμε σε δύο μεγάλες ομάδες, ανάλογα με τον τρόπο που παράγεται ο ήχος, όταν πιέσουμε τα πλήκτρά τους. Έτσι, υπάρχουν τα πληκτροφόρα με χορδές, που έχουν σαν κυριότερους εκπροσώπους τους το πιάνο και το τσέμπαλο, και τα πληκτροφόρα με χρήση αέρα, όπως είναι το εκκλησιαστικό όργανο, το αρμόνιο, το ακορντεόν, κ.α.

Το  πιάνο είναι το πιο γνωστό και συνάμα το πιο όμορφο οπτικά και ακουστικά - πληκτροφόρο μουσικό όργανο. Ανάλογα με το σχήμα τους, τα πιάνα μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε σε όρθια και σε πιάνα με ουρά. Συνηθέστατα είναι τα πρώτα, ενώ τα δεύτερα τα βρίσκουμε συνήθως σε αίθουσες συναυλιών και σε σπίτια επαγγελματιών μουσικών.
          Το πιάνο δεν συγκαταλέγεται στα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας, συνδέεται όμως άμεσα μ’ αυτήν, καθώς πολλές φορές το συναντούμε σαν έξτρα όργανο κι ακόμα επειδή πολλοί μεγάλοι συνθέτες έχουν γράψει έργα για πιάνο και ορχήστρα.
          Από τεχνικής πλευράς το πιάνο είναι ένα πολύ εξελιγμένο όργανο, με ένα πολύπλοκο και σοφό μηχανισμό να παρεμβάλλεται ανάμεσα στα δάχτυλα του εκτελεστή και τις χορδές, υπακούοντας στις κινήσεις των χεριών του μουσικού κατά τον καλύτερο τρόπο. Πριν φτάσει, όμως, αυτός ο μηχανισμός στη σημερινή του τελειότητα, πέρασε από πολλά στάδια εξελίξεων.
          Στις αρχές του 18ου μόλις αιώνα, Μπαλτολομέο Κριστοφόρι παρουσιάζει στη Φλωρεντία το πρώτο του Gravicembalo col piano e forte, μια κατασκευή που αρχικά κανείς δεν της δίνει προσοχή. Όμως, το 1770 ο Μότσαρτ γράφει πρώτος μουσική γι’ αυτό το όργανο, για να ακολουθήσει λίγα χρόνια αργότερα ο Μπετόβεν κι άλλοι συνθέτες.
          Η αρχή του 19ου αιώνα είναι πολύ σημαντική για την ιστορία του πιάνου, καθώς Αμερικανοί κατασκευαστές του δίνουν τη μορφή που έχει σήμερα, με επεμβάσεις στο ξύλινο και αργότερα μεταλλικό πλαίσιο, όπου επάνω του τεντώνονται οι χορδές. Έτσι, το πιάνο αποκτά πλέον μια έκταση που φτάνει τις επτά οκτάβες (από La σε La, αν και μερικές φορές με τρεις νότες παραπάνω φτάνει ως το Do).
          Κάθε πλήκτρο του επικοινωνεί με τη βοήθεια ενός ολόκληρου συστήματος μοχλών με το αντίστοιχο σφυράκι (μαρτέλο). Όταν πιέζουμε το πλήκτρο, το μαρτέλο χτυπάει ταχύτατα τη χορδή που βρίσκεται απέναντί του, τη θέτει σε παλμική κίνηση κι έτσι παράγεται ο ήχος. Μόλις αφήσουμε το πλήκτρο, ειδικό σύστημα επαναφοράς σταματάει τις παλμικές δονήσεις. Οι χορδές είναι περίπου 230 κι έχουν ειδική διάταξη πάνω στο πλαίσιό τους. Οι ψηλές σε τονικότητα χορδές είναι τριπλές, οι μεσαίες διπλές και οι χαμηλές μονές.
          Εκτός από τα πλήκτρα, ο μουσικός έχει στη διάθεσή του και τρία πεντάλ για να δώσει έκφραση και μουσικότητα στο παίξιμό του, αυξομειώνοντας την ένταση, τη διάρκεια και τη λαμπρότητα του ήχου.
          Τις τελευταίες «πινελιές» στην τελειοποίηση του πιάνου βάζουν οι αδελφοί Στάινγουεϊ και ο Σεμπαστιάν Εράρ (μέγας βελτιωτής και της άρπας) προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Από τότε αυτό το όργανο έχει τη δυνατότητα να αποδίδει σε οποιαδήποτε τονικότητα συγχορδίες, σκάλες, αρπίσματα, περάσματα, κλπ.
          Το πιάνο ευτύχησε να δει μεγάλους σολίστες να σκύβουν πάνω από τα ασπρόμαυρα πλήκτρα του (που το καθένα απέχει ένα ημιτόνιο από το προηγούμενο ή το επόμενο). Όλοι οι μεγάλοι συνθέτες έπαιξαν στην πλειοψηφία τους πιάνο, από τον Μότσαρτ και τον Μπετόβεν, ως τον Λιστ και τον Σοπέν, αλλά και τους περισσότερο σύγχρονους Αρθούρο Ρουμπιστάιν, Κλαούντιο Αρράου, Βλανιμίρ Ασκενάζι, Ντάνιελ Μπάρενμπόιμ, Βίλελμ Κεμπφ και τόσους άλλους.

Το τσέμπαλο είναι ένα ακόμα πληκτροφόρο νυκτό όργανο, που γνώρισε τρομερή άνθηση από το 1500 ως το 1800 και έγινε η βάση της μουσικής μπαρόκ, για να χάσει λίγο αργότερα τα πρωτεία μπροστά στις δυνατότητες του πιάνου.
          Κατά χρονολογική σειρά, παρουσιάστηκαν το σπινέτο (spinet),  το παρθένιο (virginal) και το αρπίχορδο (harpsichord),  με διαφορές στο σχήμα τους και στον τρόπο εσωτερικής τακτοποίησης των χορδών, αλλά όχι και παιξίματος. Μεγαλύτερο είναι το harpsichord, που εξωτερικά μοιάζει με πιάνο με ουρά.
          Ο μηχανισμός του τσέμπαλου, απλούστερος από εκείνου του πιάνου, έχει σαν κύρια μονάδα του μια σειρά από ραβδάκια, που το καθένα αντιστοιχεί σ’ ένα πλήκτρο και βέβαια, σε μια χορδή. Το πάτημα του πλήκτρου κινεί το ραβδάκι και μια πλαστική προεξοχή στην άκρη του τραβάει τη χορδή, με αποτέλεσμα την παραγωγή αυτού του χαρακτηριστικού ήχου, οξύ και λαμπερού.
          Όμως, ο ήχος δεν έχει διάρκεια, καθώς δεν υπάρχουν πεντάλ όπως στο πιάνο, ούτε υπάρχει δυνατότητα αυξομείωσης. Κάποια λύση στο πρόβλημα αυτό βρέθηκε με τις δύο σειρές πλήκτρων που μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους για διαφορετικά ηχητικά αποτελέσματα. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του τσέμπαλου, τέλος, είναι ως τα άσπρα και τα μαύρα πλήκτρα του είναι τοποθετημένα αντίστροφα από ότι στο πιάνο. Δηλαδή, οι νότες της διατονικής κλίμακας είναι μαύρες και οι υφέσεις - διέσεις άσπρες.

Το εκκλησιαστικό όργανο ανήκει στη δεύτερη κατηγορία των πληκτροφόρων οργάνων, γιατί ενώ έχει πλήκτρα σαν το πιάνο, ο μηχανισμός του έχει περισσότερη σχέση με τα πνευστά. Πραγματικά, μια μάζα αέρα περνάει υπό πίεση μέσα από σωλήνες που έχουν διαφορετικό μήκος, πάχος και τελείωμα στην άκρη τους, παράγοντας έτσι πάμπολλα ηχοχρώματα.
          Το πρώτο αρμόνιο, πάντως ήταν ελληνικό. Η «ύδραυλις» μια εφεύρεση του Κτησίβιου του Αλεξανδρέα (3ος αιώνας π.Χ.) είχε δεξαμενή αέρος που λειτουργούσε σύμφωνα με τους νόμους της υδραυλικής, κανονικό πληκτρολόγιο, σωλήνες για την παραγωγή του ήχου και τέσσερις διαφορετικές φωνές. Αυτό το όργανο, αισθητά βελτιωμένο, εμφανίστηκε πάλι στην Ευρώπη του 8ου αιώνα, για να πάρει μαζί με το επίθετο «εκκλησιαστικό» τη σημερινή του θέση στην καθολική λειτουργία.
          Για το ογκωδέστατο αυτό όργανο γράφτηκαν πολλές συνθέσεις, όμως η εμφάνιση του πιάνου το έριξε στην αφάνεια. Στα σύγχρονα εκκλησιαστικά όργανα, η δεξαμενή αέρα γεμίζει με ηλεκτρικά μοτέρ, τα πληκτρολόγια είναι τουλάχιστον τρία (το ένα για τα μπάσα, στα πόδια του μουσικού) και ένα πλήθος διακόπτες και έμβολα δίνουν κάθε φορά το κατάλληλο ηχόχρωμα, συνδυάζοντας διαφορετικούς σωλήνες. Τέλος, ένα ακόμα χαρακτηριστικό αυτού του οργάνου είναι πως η πίεση των δακτύλων πάνω στα πλήκτρα του δεν μπορεί να επηρεάσει δυναμικά τον ήχο.
Το ακορντεόν έχει κι αυτό τον  ίδιο μηχανισμό με το αρμόνιο, με τη διαφορά ότι είναι φορητό. Ο μουσικός γεμίζει με αέρα τη δεξαμενή του οργάνου, ανοιγοκλείνοντας το φυσερό, τον οποίο στη συνέχεια διοχετεύει με την πίεση των κατάλληλων πλήκτρων σε δονούμενα ελάσματα, παράγοντας τον γλυκό και τόσο γνώριμο ήχο. Στο αριστερό χέρι υπάρχουν κουμπιά για τις αρμονικές βαθμίδες στις διάφορες σκάλες κι έτσι το ακορντεόν μπορεί να θεωρηθεί ένα αρκετά ολοκληρωμένο μουσικό όργανο.
          Το ακορντεόν όσο και αν φαίνεται σύγχρονο όργανο, είναι απόγονος δύο οργάνων της Ανατολής, του κινέζικου σενγκ και του γιαπωνέζικου σο. Στην Ευρώπη πρωτοπαρουσιάστηκε το 1822, στο Βερολίνο, και την τελική του μορφή την πήρε από τον Ιταλό Νταλλαπέ, το 1850.
          Πάνω στην ίδια αρχή λειτουργίας, με ελάσματα, αλλά χωρίς πλήκτρα και με δεξαμενή αέρα το στόμα μας, στηρίζεται και η δημοφιλέστατη φυσαρμόνικα.

************************************************************************

ΤΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ


Τα ηλεκτρικά και τα ηλεκτρονικά όργανα κατακτούν όλο και περισσότερο έδαφος στη σύγχρονη ελαφρά και σοβαρή μουσική. Όμως, δεν είναι τόσο σύγχρονα, όσο θα νόμιζε κανείς. Είναι βέβαια «παιδιά» όλα του 20ου αιώνα, αλλά οι πρώτες ηλεκτρικές κιθάρες είχαν εμφανιστεί ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ΄30. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια, για να καθιερωθούν στη συνείδηση των μουσικών και των συνθετών.

Η σημερινή ηλεκτρική κιθάρα έχει πολλές φορές το ίδιο σχήμα με τις «ακουστικές» κιθάρες, δεν χρειάζεται όμως, το αντηχείο γιατί οι παλμικές κινήσεις των χορδών μετατρέπονται σε ηλεκτρικό σήμα με τη βοήθεια ενός μετατροπέα ενέργειας (pick-up, transducer). Το σήμα αυτό ταξιδεύει στον ενισχυτή κι από το μεγάφωνο του τελευταίου έχουμε παράλληλα ενισχυμένη τη νότα που παίζει ο μουσικός.
Στο σώμα της ηλεκτρικής κιθάρας υπάρχουν ένας ή περισσότεροι «μαγνήτες», για τη μετατροπή της παλμικής ενέργειας σε ηλεκτρική, αλλά κι ένα σωρό κουμπιά ή μικροί μοχλοί, που βοηθούν το μουσικό να πετύχει διάφορα ηχοχρώματα.

Το ηλεκτρικό μπάσο μοιάζει οπτικά με την ηλεκτρική κιθάρα, αλλά ο ήχος του μοιάζει φυσικά  με εκείνον του κοντραμπάσου. Έχει τις ίδιες τέσσερις χορδές, μόνο που η κατασκευή τους είναι διαφορετική (από μέταλλο) και παίζονται υποχρεωτικά με τα δάκτυλα και όχι με δοξάρι.
Κι εδώ συναντάμε τους «μαγνήτες» και τα κουμπιά των εφέ, όμως το «μπράτσο»  του οργάνου έχει τάσια (στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων) σε αντίθεση με το κοντραμπάσο που δεν έχει.

Το ηλεκτρικό αρμόνιο πήρε τη θέση του εκκλησιαστικού οργάνου για καθαρά πρακτικούς λόγους, καθώς συνδύαζε μικρό μέγεθος, απλή κατασκευή και ευκολία στο παίξιμο. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄30 βρίσκουμε τα πρώτα ηλεκτρικά αρμόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες να συνοδεύουν με τους ήχους τους τις ταινίες του βωβού κινηματογράφου, παίρνοντας από αυτό τους το ρόλο το όνομα «κινηματογραφικά όργανα», όρο που ακούγαμε μέχρι και την περασμένη δεκαετία.
Τη μεγάλη στιγμή του το «όργανο» τη ζει με τις αλλεπάλληλες εφευρέσεις του Λόρενς Χάμοντ. Στο ηλεκτρικό αρμόνιο που κατασκεύασε ο Αμερικανός εφευρέτης, ένας αριθμός από περιστρεφόμενους τροχούς ή ηλεκτρονικούς ταλαντωτές παράγουν εναλλασσόμενο ηλεκτρικό ρεύμα, ορισμένης συχνότητας, που αντιστοιχεί στο τονικό ύψος του κάθε φθόγγου. Φυσικά υπάρχουν οι κατάλληλοι ενισχυτές και τα ηλεκτρονικά φίλτρα που δίνουν στο ηχητικό αποτέλεσμα.



ΥΛΙΚΟ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ - ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

*Tanja Pavlovic

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου